ΑρχικήΝέαΑσφάλεια ΤροφίμωνΓάλα με τοξίνη στην αγορά: Βρέθηκε μολυσμένο προϊόν στο οποίο δεν αναγράφεται...

Γάλα με τοξίνη στην αγορά: Βρέθηκε μολυσμένο προϊόν στο οποίο δεν αναγράφεται ποιος το παρασκευάζει

6 λεπτά ανάγνωσης

Εργαστηριακοί έλεγχοι σε 73 δείγματα βρεφικής διατροφής εντόπισαν την τοξίνη cereulid σε ένα προϊόν, ενώ οι αρχές επισημαίνουν ότι στη συσκευασία του δεν αναφέρεται ξεκάθαρα η εταιρεία παραγωγής

Η παγκόσμια κρίση ασφάλειας βρεφικών γαλάτων, κολοσσών τροφίμων αλλά και πιο μικρών εταιρειών, συνεχίζει να απασχολεί τις κρατικές αρχές. Σήμερα δόθηκαν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα πρόσφατων εργαστηριακών ελέγχων για την πιθανή παρουσία της τοξίνης σερεουλίδης σε προϊόντα που προορίζονται για βρέφη. Σε εργαστηριακή ανάλυση – από την κρατική αρχή ελέγχου τροφίμων της Τσεχίας σε διαπιστευμένα εργαστήρια – 73 δειγμάτων βρεφικής διατροφής, εξετάστηκε η παρουσία του βακτηρίου Bacillus cereus και της τοξίνης cereulid, μιας ιδιαίτερα ανθεκτικής τοξίνης που μπορεί να προκαλέσει οξεία τροφική δηλητηρίαση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα 72 δείγματα πληρούσαν τα κριτήρια ασφάλειας, ενώ ένα προϊόν χαρακτηρίστηκε μη συμμορφούμενο επειδή ανιχνεύτηκε η συγκεκριμένη τοξίνη.

- Advertisement -

Το προϊόν που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ήταν το Happy Mimi 1, αρχικό βρεφικό γάλα σε σκόνη συσκευασίας 400 γραμμαρίων, από την παρτίδα 3418 με ημερομηνία λήξης 28 Ιουλίου 2027. Η παρουσία της τοξίνης cereulid οδήγησε στον χαρακτηρισμό του δείγματος ως ακατάλληλου. Η συγκεκριμένη τοξίνη μπορεί να προκαλέσει έντονους εμετούς και σοβαρή γαστρεντερική διαταραχή. Η ανίχνευσή της σε βρεφικά προϊόντα θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς πρόκειται για τρόφιμα που καταναλώνονται από τον πιο ευάλωτο πληθυσμό.

Οι έλεγχοι αφορούσαν προϊόντα από πολλές γνωστές μάρκες βρεφικής διατροφής που κυκλοφορούν στην ευρωπαϊκή αγορά, μεταξύ των οποίων Nutrilon, Sunar, Hami, Kendamil, HiPP, Babylove και άλλες εταιρείες του κλάδου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι το προϊόν Happy Mimi δεν ανήκει σε κάποια από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες βρεφικής διατροφής που κυριαρχούν στην ευρωπαϊκή αγορά. Σύμφωνα με στοιχεία των αρχών ελέγχου τροφίμων της Τσεχίας, το συγκεκριμένο γάλα προέρχεται από την Εσθονία και συνδέεται με την εταιρεία Dana Europe OÜ, η οποία αναφέρεται ως προμηθευτής. Η διανομή του στην τσεχική αγορά πραγματοποιούνταν από την εταιρεία Solvent ČR. Στην επίσημη ειδοποίηση των αρχών επισημαίνεται επίσης ότι στη συσκευασία δεν αναφέρεται ξεκάθαρα ο κατασκευαστής του προϊόντος, αλλά μόνο ο προμηθευτής και η χώρα προέλευσης, κάτι που δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια της εφοδιαστικής αλυσίδας.

- Advertisement -

Η υπόθεση των μολυσμένων βρεφικών γαλάτων έχει πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις μετά τις αποκαλύψεις της οργάνωσης καταναλωτών foodwatch. Σύμφωνα με την οργάνωση, το σκάνδαλο αναδεικνύει σοβαρή αμέλεια στη διαχείριση της ασφάλειας των προϊόντων και καθυστερημένες αντιδράσεις από πλευράς των εταιρειών. Η foodwatch υποστηρίζει ότι πολλές ανακλήσεις προϊόντων έγιναν πολύ αργά, ενώ η επικοινωνία με τους γονείς ήταν ανεπαρκής, αφήνοντας οικογένειες να αντιμετωπίζουν μια δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση χωρίς επαρκή ενημέρωση.

Η οργάνωση, συγκλονισμένη από τις μαρτυρίες οικογενειών, κατέθεσε μήνυση στο Παρίσι στις 29 Ιανουαρίου 2026 για την υπόθεση πιθανής μόλυνσης βρεφικών γαλάτων με την τοξίνη κερεουλίδη. Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται μεγάλες εταιρείες του κλάδου, όπως η Nestlé, η Danone, η Lactalis και η Babybio. Οι εταιρείες αυτές διαθέτουν γνωστές μάρκες βρεφικής διατροφής, μεταξύ των οποίων Guigoz, Nidal, Beba, Alfamino και SMA για τη Nestlé, Gallia, Blédina και Aptamil για τη Danone, Picot και Milumel για τη Lactalis, καθώς και τα προϊόντα της Babybio που ανήκει στον όμιλο Vitagermine.

- Advertisement -

Η foodwatch αναφέρει ότι έχει λάβει περισσότερες από 150 μαρτυρίες οικογενειών μόνο από τη Γαλλία και εκατοντάδες ακόμη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι γονείς περιγράφουν ότι τα βρέφη εμφάνιζαν έντονο πόνο, συνεχή κλάματα και άρνηση κατανάλωσης γάλακτος. Πολλοί αρχικά θεώρησαν ότι επρόκειτο για γαστρεντερίτιδα ή παλινδρόμηση. Σε αρκετές περιπτώσεις η σύνδεση με το γάλα έγινε αντιληπτή μόνο όταν δημοσιοποιήθηκαν οι ανακλήσεις προϊόντων. Πολλοί γονείς καταγγέλλουν ότι δεν έλαβαν καμία άμεση ενημέρωση από τις εταιρείες ή τα σημεία πώλησης και αναγκάστηκαν να ενημερωθούν μόνοι τους.

Στο πλαίσιο των ερευνών της οργάνωσης αναφέρεται ότι χιλιάδες παρτίδες βρεφικών προϊόντων ενδέχεται να επηρεάστηκαν παγκοσμίως. Η ανησυχία κορυφώθηκε όταν έγινε γνωστό ότι τρία βρέφη στη Γαλλία έχασαν τη ζωή τους κατά την περίοδο που εξελισσόταν η υπόθεση. Ωστόσο, νεότερα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις 12 Μαρτίου 2026 ανέφεραν ότι ο θάνατος ενός βρέφους δεν συνδέθηκε τελικά με προϊόν της Nestlé. Παρά την εξέλιξη αυτή, πέντε εταιρείες εξακολουθούν να βρίσκονται υπό δικαστική έρευνα για πιθανή απάτη και έκθεση τρίτων σε κίνδυνο.

Η foodwatch επικρίνει ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο αρκετές εταιρείες χειρίστηκαν τις καταγγελίες των γονέων. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών περιορίστηκαν στο να προτείνουν επιστροφή χρημάτων για το προϊόν, χωρίς να ζητήσουν πληροφορίες για την κατάσταση υγείας των παιδιών που είχαν εμφανίσει σοβαρά συμπτώματα και είχαν χρειαστεί νοσηλεία.

Η ανησυχία εντάθηκε όταν στις 27 Φεβρουαρίου 2026 καταγράφηκε περιστατικό στο Μονπελιέ, όπου βρέφος που νοσηλεύτηκε μετά την κατανάλωση γάλακτος Gallia της Danone βρέθηκε θετικό στην τοξίνη κερεουλίδη. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 11 Μαρτίου 2026, αναφέρθηκαν 13 κρούσματα στην Αυστρία και εργαστηριακοί έλεγχοι εντόπισαν την ίδια τοξίνη σε 27 προϊόντα βρεφικής διατροφής.

Σύμφωνα με την foodwatch, στοιχεία των ερευνών δείχνουν ότι ορισμένες εταιρείες γνώριζαν για πιθανά προβλήματα μόλυνσης πριν από τη δημόσια αποκάλυψη της υπόθεσης. Η οργάνωση υποστηρίζει ότι η Nestlé είχε ενδείξεις για το πρόβλημα τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2025 αλλά καθυστέρησε να ενημερώσει τις αρχές. Παράλληλα, αναφορές της ECDC και της EFSA τοποθετούν την αρχή της μόλυνσης ήδη από τον Οκτώβριο του 2024, με περιστατικά να συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025. Κατά την foodwatch, οι ανακλήσεις προϊόντων έγιναν σταδιακά και καθυστερημένα, σε μια χρονική στιγμή όπου πολλοί γονείς είχαν ήδη πετάξει τις συσκευασίες και δεν μπορούσαν να αποδείξουν ποια παρτίδα είχαν χρησιμοποιήσει. Αυτό δυσκόλεψε την τεκμηρίωση της σύνδεσης μεταξύ των συμπτωμάτων των βρεφών και των συγκεκριμένων προϊόντων.

Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και έχει ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση στην Ευρώπη για το επίπεδο ελέγχων στη βιομηχανία βρεφικής διατροφής, αλλά και για την ανάγκη πιο άμεσης και διαφανούς ενημέρωσης των καταναλωτών σε περιπτώσεις κινδύνου. Η foodwatch δηλώνει ότι θα συνεχίσει τη νομική διαδικασία και τις έρευνες, χρηματοδοτώντας τη δράση της αποκλειστικά μέσω ιδιωτικών δωρεών, με στόχο την ενίσχυση των ελέγχων και την προστασία των βρεφών από αντίστοιχα περιστατικά στο μέλλον.

- Advertisement -

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Πώς μία έτοιμη σάλτσα της αγοράς εξολοθρεύει επικίνδυνα βακτήρια αντί να τα αναπτύσσει σύμφωνα με πειραματική μελέτη

Οι ερευνητές παρακολούθησαν επί 14 ημέρες την πορεία 14 στελεχών λιστέριας και σαλμονέλας μετά την εισαγωγή τους σε τρόφιμα έτοιμα προς κατανάλωση

Η Φλόριντα μηνύει την OpenAI για πρόκληση βλάβης στους χρήστες – Πώς συνδέεται με τη βιομηχανία τροφίμων (Ολόκληρη η αγωγή)

Η υπόθεση ανοίγει νέο κεφάλαιο στη νομική ευθύνη των συστημάτων AI, με πιθανές επιπτώσεις σε μάρκετινγκ, συμμόρφωση και χρήση αλγορίθμων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων.