Σημαντικές αποφάσεις για τα μέγιστα επιτρεπόμενα επίπεδα υπολειμμάτων σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης
Κάθε φορά που κάποιος αγοράζει κρέας, γάλα ή αυγά, πίσω από αυτές τις καθημερινές επιλογές λειτουργεί ένα πολύπλοκο σύστημα διεθνών κανονισμών που καθορίζει πόσα υπολείμματα κτηνιατρικών φαρμάκων επιτρέπεται να περιέχουν αυτά τα τρόφιμα. Το σύστημα αυτό δεν είναι εθνικό, αλλά παγκόσμιο, και ορίζεται κυρίως από την Επιτροπή Codex για τα Υπολείμματα Κτηνιατρικών Φαρμάκων στα Τρόφιμα, γνωστή ως CCRVDF. Στις 31 Μαρτίου 2026, η επιτροπή ολοκλήρωσε την 28η σύνοδό της στη Μινεάπολη, με μια σειρά αποφάσεων που θα επηρεάσουν τα διεθνή πρότυπα ασφάλειας τροφίμων για τα επόμενα χρόνια.
Ο Codex Alimentarius, που διαχειρίζεται από τον FAO και τον ΠΟΥ, αποτελεί το παγκόσμιο σύστημα αναφοράς για τα πρότυπα ασφάλειας τροφίμων. Οι αποφάσεις που λαμβάνει δεν είναι νομικά δεσμευτικές για τα κράτη, αλλά λειτουργούν ως διεθνές πρότυπο αναφοράς στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, γεγονός που τις καθιστά στην πράξη εξαιρετικά επιδραστικές για τη νομοθεσία τροφίμων σε εθνικό επίπεδο.
Ανάμεσα στις σημαντικότερες αποφάσεις της συνόδου ξεχωρίζει ένα ιστορικό πρώτο: η επιτροπή συμφώνησε να προωθήσει μέγιστα επιτρεπόμενα επίπεδα υπολειμμάτων για καμηλοειδή, κατηγορία που μέχρι τώρα δεν καλυπτόταν από τον Codex. Συγκεκριμένα, προωθούνται όρια για τετρακυκλίνες σε νεφρά, ήπαρ, γάλα και μυϊκό ιστό καμηλοειδών, καθώς και για ιβερμεκτίνη στο γάλα καμηλοειδών. Αυτή η επέκταση αντικατοπτρίζει τη διεύρυνση της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων και την αυξανόμενη εμπορική σημασία των καμηλοειδών ως πηγής τροφίμων σε περιοχές της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας.
Παράλληλα, η επιτροπή αποφάσισε ότι ορισμένες ουσίες, όπως η αλβενδαζόλη και η ιβερμεκτίνη στους περισσότερους ιστούς καμηλοειδών, δεν πληρούν τα κριτήρια για εξαίρεση από τις συνήθεις διαδικασίες αξιολόγησης. Αυτή η απόφαση έχει πρακτικές συνέπειες για τη βιομηχανία κτηνιατρικών φαρμάκων, καθώς σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα σκευάσματα θα χρειαστούν πλήρη αξιολόγηση για κάθε κατηγορία ζώου χωρίς δυνατότητα παρέκτασης από ήδη εγκεκριμένα δεδομένα.
Μια από τις πιο πρακτικές αποφάσεις της συνόδου αφορά τα επίπεδα δράσης για δύο κτηνιατρικές ουσίες, λασαλοσίδη και νικαρβαζίνη, στα αυγά κοτόπουλου. Τα επίπεδα δράσης διαφέρουν από τα μέγιστα επιτρεπόμενα επίπεδα υπολειμμάτων: αφορούν περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει εγκεκριμένο MRL, αλλά ο ρυθμιστής χρειάζεται ένα επίπεδο αναφοράς για να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε περαιτέρω δράση. Η οριστικοποίηση αυτών των επιπέδων δίνει στις εθνικές αρχές ελέγχου ένα πιο σαφές πλαίσιο για τη διαχείριση ευρημάτων σε αυγά κοτόπουλου.
Εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη κατευθυντήριων οδηγιών για τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τη διαχείριση υπολειμμάτων που προκύπτουν από ακούσια και αναπόφευκτη μεταφορά κτηνιατρικών ουσιών μέσω των ζωοτροφών. Αυτό αφορά μια πραγματική και ευρέως αναγνωρισμένη πρόκληση στην κτηνοτροφία: ορισμένες ουσίες ενδέχεται να βρεθούν σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης όχι επειδή χρησιμοποιήθηκαν σκόπιμα, αλλά επειδή μεταφέρθηκαν μέσω της αλυσίδας τροφοδοσίας των ζώων, μέσα από διαμολύνσεις στα εργοστάσια παραγωγής ζωοτροφών.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που η σύνοδος ανέδειξε είναι η διαχείριση ουσιών που χρησιμοποιούνται τόσο ως κτηνιατρικά φάρμακα όσο και ως φυτοφάρμακα. Για τέτοιες ουσίες, η CCRVDF συνεργάζεται στενά με την αντίστοιχη Επιτροπή Codex για Υπολείμματα Φυτοφαρμάκων. Για δύο συγκεκριμένες ουσίες, τη φουμαγιλλίνη DCH σε φιλέτα ψαριού και μέλι, η επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει προσωρινά τα προωθούμενα MRL εν αναμονή νέας επιστημονικής αξιολόγησης από την κοινή εμπειρογνωμοσύνη FAO/ΠΟΥ, λόγω ανησυχιών ασφάλειας που εγείρουν μέλη της επιτροπής.
Παράλληλα, ο FAO και ο ΠΟΥ απηύθυναν κλήση για υποβολή επιστημονικών δεδομένων έως τις 31 Ιουλίου 2026, προκειμένου να υποστηρίξουν την 103η σύνοδο της Κοινής Εμπειρογνωμοσύνης για τα Πρόσθετα Τροφίμων, προγραμματισμένης για τον Ιανουάριο του 2027. Η κλήση απευθύνεται σε ρυθμιστικές αρχές, βιομηχανία και ερευνητές, και θα τροφοδοτήσει τις μελλοντικές τοξικολογικές αξιολογήσεις που αποτελούν τη βάση για τα διεθνή πρότυπα. Η ποιότητα και η πληρότητα των δεδομένων που θα υποβληθούν θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο προστασίας που θα προσφέρουν τα πρότυπα που θα υιοθετηθούν στη συνέχεια σε παγκόσμιο επίπεδο.