Η εκτροφή άγριων ζώων για κατανάλωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μειώνεται ο κίνδυνος από παθογόνους μικροοργανισμούς. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης που συνέκρινε την παρουσία παθογόνων σε άγρια ζώα που εκτρέφονται για την αγορά τροφίμων και σε ζώα που συλλαμβάνονται στη φύση και πωλούνται σε παραδοσιακές αγορές. Οι ερευνητές εξέτασαν 20 μελέτες, οι οποίες επιλέχθηκαν από 23.840 δημοσιεύσεις που εντοπίστηκαν κατά την αναζήτηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας. Τα στοιχεία προέρχονταν από αγορές σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης και αφορούσαν κυρίως υδρόβια είδη, όπως ψάρια και οστρακοειδή, αλλά και βατράχους, χελώνες γλυκού νερού, φίδια, σαύρες και αρουραίους. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στην παρουσία ζωονοσογόνων παθογόνων, δηλαδή μικροοργανισμών που μπορούν να μεταδοθούν από τα ζώα στον άνθρωπο. Οι επιστήμονες διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι η ανίχνευση ενός παθογόνου σε ένα ζώο αποτελεί ένδειξη πιθανού κινδύνου και όχι απόδειξη ότι έχει συμβεί μετάδοση στον άνθρωπο ή ότι ένας καταναλωτής θα μολυνθεί.
Λιγότερα παράσιτα στα εκτρεφόμενα ζώα
Η πιο σαφής διαφορά καταγράφηκε στα παράσιτα. Τα εκτρεφόμενα υδρόβια ζώα εμφάνισαν περίπου 89% χαμηλότερες πιθανότητες ανίχνευσης παρασίτων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ζώα που είχαν συλληφθεί στη φύση. Στα εκτρεφόμενα ερπετά, οι πιθανότητες παρασιτικής μόλυνσης ήταν περίπου 74% χαμηλότερες. Μία πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τον κύκλο ζωής πολλών παρασίτων, τα οποία χρειάζονται περισσότερους από έναν ξενιστές για να αναπτυχθούν και να μεταδοθούν. Σε ελεγχόμενα συστήματα εκτροφής, η διαχείριση του νερού και του περιβάλλοντος μπορεί να περιορίζει την επαφή των ζώων με οργανισμούς που συμμετέχουν σε αυτούς τους κύκλους, μειώνοντας έτσι ορισμένες οδούς μόλυνσης.
Η εικόνα ήταν διαφορετική για τα βακτήρια. Συνολικά, η μελέτη δεν διαπίστωσε στατιστικά σημαντική διαφορά στις πιθανότητες ανίχνευσης βακτηριακών ζωονόσων μεταξύ εκτρεφόμενων και άγριων υδρόβιων ζώων. Σε επιμέρους αναλύσεις, μάλιστα, οι εκτρεφόμενοι βάτραχοι εμφάνισαν περίπου 13,5 φορές υψηλότερες πιθανότητες βακτηριακής μόλυνσης, ενώ στις εκτρεφόμενες χελώνες γλυκού νερού οι πιθανότητες ήταν περίπου τετραπλάσιες σε σχέση με τα άγρια αντίστοιχα είδη. Και στις δύο περιπτώσεις, τα ευρήματα αφορούσαν τη σαλμονέλα.
Οι συγκεκριμένες συγκρίσεις βασίστηκαν σε περιορισμένο αριθμό μελετών και δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλα τα εκτρεφόμενα ζώα. Δείχνουν, ωστόσο, ότι οι συνθήκες εκτροφής δεν εξαλείφουν αυτομάτως τους μικροβιολογικούς κινδύνους και ότι η διαχείριση κάθε είδους χρειάζεται να αξιολογείται ξεχωριστά.
Μεγάλα κενά στην έρευνα για τους ιούς
Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τους ιούς ήταν ακόμη πιο περιορισμένες. Μόνο μία μελέτη που συμπεριλήφθηκε στην ανασκόπηση εξέταζε ιογενές παθογόνο, συγκεκριμένα τον SARS-CoV-2 σε αρουραίους. Τα δεδομένα αυτά δεν επαρκούν για γενικά συμπεράσματα σχετικά με το αν η εκτροφή μειώνει τον κίνδυνο από ιούς που μπορούν να μεταδοθούν από τα ζώα στον άνθρωπο. Οι συγγραφείς επισημαίνουν επίσης ότι η διαθέσιμη επιστημονική τεκμηρίωση παρουσιάζει σημαντικούς περιορισμούς. Οι περισσότερες μελέτες αφορούσαν υδρόβια είδη, τα δεδομένα για θηλαστικά ήταν ελάχιστα και οι μέθοδοι δειγματοληψίας διέφεραν σημαντικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, η προέλευση των ζώων βασιζόταν σε πληροφορίες των πωλητών και όχι σε πλήρως τεκμηριωμένη ιχνηλασιμότητα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο κίνδυνος εξαρτάται από το είδος του ζώου, το παθογόνο και τις συνθήκες εκτροφής, μεταφοράς και πώλησης. Οι ερευνητές ζητούν περισσότερες συγκρίσιμες μελέτες, ώστε οι παρεμβάσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας να βασίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα και όχι στην υπόθεση ότι τα εκτρεφόμενα άγρια ζώα είναι συνολικά ασφαλέστερα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό One Health.