Διαρκής παθογένεια στην αγορά κρέατος: Τα στοιχεία που σοκάρουν από τους ελέγχους του 2026
Για ακόμη μία χρονιά, το κρέας αναδεικνύεται σε βασικό «πρωταγωνιστή» των κατασχέσεων στην ελληνική αγορά, επιβεβαιώνοντας στην πράξη ότι η διακίνηση ακατάλληλων προϊόντων δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά επαναλαμβανόμενο κανόνα.
Συνολικά 5.746 αγορανομικοί και υγειονομικοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν από την Περιφέρεια Αττικής από τις αρχές Μαρτίου έως και τη Μεγάλη Πέμπτη 9 Απριλίου, με αποτέλεσμα την κατάσχεση 11 τόνων ακατάλληλων προϊόντων, κυρίως κρεάτων, και την επιβολή προστίμων ύψους 244.770 ευρώ. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, όπου είχαν πραγματοποιηθεί 4.236 έλεγχοι και είχαν κατασχεθεί 4,2 τόνοι, καταγράφεται σαφής επιδείνωση, καθώς οι ποσότητες ακατάλληλου κρέατος που εντοπίστηκαν σχεδόν τριπλασιάστηκαν.
Ενδεικτικά, από τους ελέγχους αυτούς, οι 943 αφορούσαν πωλητές σε κλειστές αγορές, λαϊκές και παζάρια, οι 323 παντοπωλεία, οπωροπωλεία και κρεοπωλεία, οι 302 καταστήματα εστίασης και οι 207 αρτοποιεία – ζαχαροπλαστεία. Παράλληλα, ελέγχθηκαν 415 ζυγαριές που χρησιμοποιούνται στη διακίνηση τροφίμων.
Ως προς την κατανομή των προστίμων στον τομέα των τροφίμων, τα 53.050 ευρώ αφορούν σούπερ μάρκετ, τα 39.520 ευρώ αρτοποιεία – ζαχαροπλαστεία, τα 38.700 ευρώ παντοπωλεία και λοιπά καταστήματα ειδών διατροφής και τα 30.700 ευρώ επιχειρήσεις εστίασης.
Τα κλιμάκια της Γενικής Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής έχουν προχωρήσει μέχρι στιγμής σε 2.236 ελέγχους σε όλο το εύρος της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων. Από αυτούς, οι 1.443 αφορούσαν την εσωτερική αγορά, οι 760 εξαγωγές (τελωνεία, ψυκτικές αποθήκες κ.ά.) και οι 33 λειτουργούντα σφαγεία εντός της Περιφέρειας Αττικής. Πραγματοποιήθηκαν 46 κατασχέσεις συνολικού βάρους 11 τόνων ακατάλληλου κρέατος, ενώ έγιναν και 146 συστάσεις συμμόρφωσης. Σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, οι έλεγχοι στην αγορά αυξήθηκαν κατά 19% και στις εξαγωγές κατά 48%, ενώ οι κατασχεθείσες ποσότητες κρεάτων σχεδόν τριπλασιάστηκαν. Τέλος, οι ελεγκτές της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας έχουν πραγματοποιήσει 1.012 ελέγχους, εκ των οποίων οι 404 σε υπηρεσίες εστίασης, οι 267 σε επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου και οι 121 σε καταστήματα τροφίμων. Οι έλεγχοι επικεντρώνονται στο σύνολο της αγοράς τροφίμων, καλύπτοντας εταιρείες διανομής κρεάτων και οπωρολαχανικών, σούπερ μάρκετ, λαϊκές αγορές, καταστήματα τυροκομικών προϊόντων και πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.
Η νέα κατάσχεση τόνων κρέατος, εντάσσεται σε μια σταθερή τάση που καταγράφεται σε διαδοχικούς ελέγχους. Τον Μάρτιο του 2026, μετά από καταγγελία, κτηνιατρικά κλιμάκια της Περιφέρειας προχώρησαν σε έλεγχο επιχείρησης στον Πειραιά, όπου κατασχέθηκαν περίπου 3,5 τόνοι ακατάλληλων προϊόντων. Στον χώρο εντοπίστηκαν κρέατα και αλιεύματα χωρίς σήμανση, ληγμένα προϊόντα και τρόφιμα με ενδείξεις απόψυξης και επανακατάψυξης, ενώ διαπιστώθηκαν σοβαρές παραβάσεις στις συνθήκες αποθήκευσης. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας και παρουσία εισαγγελικής αρχής, λόγω άρνησης συνεργασίας από τον υπεύθυνο.
Αντίστοιχη περίπτωση καταγράφηκε και την περίοδο της Τσικνοπέμπτης, όταν σε ψυκτική αποθήκη στο Καπανδρίτι εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 4.780 κιλά κρέατος που είχε υπερβεί τον επιτρεπόμενο χρόνο συντήρησης και κρίθηκε μη ασφαλές για κατανάλωση. Ο έλεγχος έγινε στο πλαίσιο αυξημένης ζήτησης και εντατικοποίησης των ελεγκτικών μηχανισμών.
Τα περιστατικά αυτά έρχονται να προστεθούν σε ακόμη μεγαλύτερες κατασχέσεις που έχουν καταγραφεί το προηγούμενο διάστημα. Κατά την περίοδο των Χριστουγέννων κατασχέθηκαν περίπου 12 τόνοι αλλοιωμένων τροφίμων, στην πλειονότητά τους κρέατα, ενώ στις αρχές του 2025 εντοπίστηκαν και δεσμεύτηκαν 25,6 τόνοι ληγμένων και ακατάλληλων προϊόντων κρέατος σε εγκαταστάσεις εμπορικής εταιρείας στην Αττική, όπου διαπιστώθηκαν υπερβάσεις στα όρια διατήρησης και απουσία των προβλεπόμενων σημάνσεων. Να σημειωθεί ότι και ο ΕΦΕΤ το 2025 προχώρησε σε κατάσχεση 17,6 τόνων ακατάλληλου κρέατος.
Συνολικά, τα στοιχεία αποτυπώνουν μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη εικόνα: το ακατάλληλο κρέας εμφανίζεται συστηματικά σε διαφορετικά στάδια της αγοράς, από την αποθήκευση μέχρι τη διακίνηση και τη λιανική πώληση. Οι αυξημένοι έλεγχοι αναδεικνύουν το πρόβλημα, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια διαρκή παθογένεια της αγοράς τροφίμων στην Ελλάδα.