Νέα μελέτη διαπίστωσε ότι η κατανάλωση δύο δημοφιλών γλυκαντικών επηρέασε το εντερικό μικροβίωμα, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και την έκφραση γονιδίων φλεγμονής σε δύο γενιές
Τα μη θρεπτικά γλυκαντικά, γνωστά και ως τεχνητά γλυκαντικά, χρησιμοποιούνται ευρέως ως υποκατάστατα της ζάχαρης σε τρόφιμα και ποτά «light» επειδή παρέχουν γλυκύτητα χωρίς θερμίδες. Παρά τη διαδεδομένη χρήση τους, οι επιστήμονες παρατηρούν ότι η αύξηση της κατανάλωσής τους δεν συνοδεύτηκε από μείωση της παχυσαρκίας ή των μεταβολικών διαταραχών, κάτι που εγείρει ερωτήματα για τις βιολογικές τους επιδράσεις. Νέα μελέτη ερευνητών της Universidad de Chile, που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Nutrition, εξέτασε αν δύο από τα πιο δημοφιλή γλυκαντικά, η σουκραλόζη και η στέβια, επηρεάζουν τον μεταβολισμό με τρόπους που μπορεί να μεταδίδονται στις επόμενες γενιές.
Οι ερευνητές χώρισαν 47 ποντίκια σε τρεις ομάδες, από τις οποίες η μια έπινε απλό νερό, η δεύτερη νερό με σουκραλόζη και η τρίτη νερό με στέβια, σε δόσεις συγκρίσιμες με αυτές που καταναλώνει ένας άνθρωπος στα πλαίσια μιας κανονικής διατροφής. Αυτά τα ποντίκια αναπαρήχθησαν για δύο διαδοχικές γενιές, από τις οποίες και οι δύο έπιναν μόνο απλό νερό, χωρίς κανένα γλυκαντικό.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Χρόνια πολλά – χωρίς καούρα: Συμβουλές για πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το μεγάλο γεύμα της Κυριακής του Πάσχα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελεγκτές τροφίμων εξέτασαν 558 δείγματα για διοξίνες και PCB και βρήκαν υπερβάσεις σε αυγά κοτόπουλου, αγριόχοιρο και μοσχαράκι
Σε κάθε γενιά, οι ερευνητές μέτρησαν την ανοχή στη γλυκόζη, ένα τεστ αντίστασης στην ινσουλίνη που αποτελεί προειδοποιητικό σημείο για διαβήτη. Εξέτασαν επίσης δείγματα κοπράνων για μεταβολές στο εντερικό μικροβίωμα και τις συγκεντρώσεις βραχυάλυσων λιπαρών οξέων, τα οποία αποτελούν δείκτη επιγενετικών αλλαγών. Τέλος, μετρήθηκε η έκφραση πέντε γονιδίων που εμπλέκονται στη φλεγμονή, τη λειτουργία του εντερικού φραγμού και τον μεταβολισμό σε ήπαρ και έντερο.
Τα αποτελέσματα
Τα δύο γλυκαντικά παρήγαγαν διαφορετικά αποτελέσματα με διαφορετική διάρκεια. Στην πρώτη γενιά, μόνο τα αρσενικά απογόνα των ποντικών που κατανάλωναν σουκραλόζη εμφάνισαν σημεία μειωμένης ανοχής στη γλυκόζη. Στη δεύτερη γενιά, αυξημένα επίπεδα σακχάρου νηστείας εντοπίστηκαν σε αρσενικά απογόνα των ποντικών με σουκραλόζη αλλά και σε θηλυκά απογόνα των ποντικών με στέβια.
Και οι δύο ομάδες ποντικών που κατανάλωναν γλυκαντικά εμφάνισαν πιο ποικιλόμορφο εντερικό μικροβίωμα αλλά χαμηλότερες συγκεντρώσεις βραχυάλυσων λιπαρών οξέων, υποδηλώνοντας ότι τα βακτήρια παρήγαν λιγότερα ωφέλιμα μεταβολικά προϊόντα. Αυτές οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις εντοπίστηκαν επίσης στις επόμενες γενιές. Η σουκραλόζη φάνηκε να επηρεάζει πιο σοβαρά και πιο επίμονα το εντερικό μικροβίωμα, με περισσότερα παθογόνα και λιγότερα ωφέλιμα βακτήρια στα κόπρανα. Επίσης, η σουκραλόζη ενεργοποίησε γονίδια που σχετίζονται με τη φλεγμονή και απενεργοποίησε γονίδια που σχετίζονται με τον μεταβολισμό, με αυτές τις αλλαγές να εντοπίζονται και δύο γενιές αργότερα. Η στέβια επηρέασε επίσης την έκφραση γονιδίων, αλλά με μικρότερη ένταση και χωρίς να μεταδίδεται πέραν της πρώτης γενιάς.
Τι σημαίνει αυτό και τι δεν σημαίνει
Η επικεφαλής ερευνήτρια Francisca Concha Celume τονίζει ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν αιτιακή σχέση και δεν πρέπει να προκαλέσουν ανησυχία. Τα ποντίκια δεν ανέπτυξαν διαβήτη. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν λεπτές αλλαγές στον τρόπο ρύθμισης της γλυκόζης και στη δραστηριότητα γονιδίων που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν την ευαισθησία σε μεταβολικές διαταραχές υπό ορισμένες συνθήκες, όπως μια δίαιτα υψηλή σε λιπαρά. Επιπλέον, οι επιδράσεις στα ποντίκια δεν αντανακλούν αυτόματα τις επιδράσεις στον άνθρωπο. Ο στόχος, κατά τους ερευνητές, δεν είναι να δημιουργηθεί συναγερμός αλλά να υπογραμμιστεί η ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των μακροχρόνιων βιολογικών επιδράσεων αυτών των ευρέως χρησιμοποιούμενων προσθέτων.