Μια από τις μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες που έχουν εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση κρέατος και τη θνησιμότητα προσθέτει νέα δεδομένα στη συζήτηση για το κόκκινο, το επεξεργασμένο και το λευκό κρέας. Η ανάλυση βασίστηκε σε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που παρακολουθήθηκαν για δεκαετίες, με τους ερευνητές να εξετάζουν όχι μόνο τη συνολική θνησιμότητα αλλά και τους θανάτους από καρδιακές παθήσεις, καρκίνο και εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μελέτη χρησιμοποίησε δεδομένα από την Cancer Prevention Study-II, μια μεγάλη αμερικανική μελέτη που ξεκίνησε το 1982. Στην τελική ανάλυση περιλήφθηκαν 998.378 συμμετέχοντες ηλικίας 30 έως 95 ετών, από τους οποίους το 45% ήταν άνδρες, ενώ μέχρι το 2020 καταγράφηκαν 626.017 θάνατοι. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 27,5 χρόνια. Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν με βάση την κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, αλλά και ανάλογα με το εάν κατανάλωναν αποκλειστικά λευκό κρέας ή ακολουθούσαν χορτοφαγική διατροφή.
Τι έδειξαν τα στοιχεία για το κόκκινο κρέας
Το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων κατανάλωνε κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας. Το 37% ανήκε στην ομάδα με υψηλή κατανάλωση, δηλαδή τουλάχιστον έξι ημέρες την εβδομάδα, το 31% στην ομάδα με μέτρια κατανάλωση και ακόμη 31% στην ομάδα με χαμηλή κατανάλωση. Μόλις το 1% κατανάλωνε αποκλειστικά λευκό κρέας, ενώ το ποσοστό των χορτοφάγων ήταν μόλις 0,4%. Σε σύγκριση με την υψηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, η χαμηλή κατανάλωση συνδέθηκε με μικρότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και με χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις και καρκίνο. Οι μειώσεις ήταν μικρές, περίπου 1% έως 5% ανάλογα με την έκβαση και την υποομάδα. Για τη θνησιμότητα από εγκεφαλικό επεισόδιο, η χαμηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος συνδέθηκε συνολικά με 4% χαμηλότερο κίνδυνο. Η εικόνα έγινε πιο σύνθετη όταν οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Οι συσχετίσεις με χαμηλότερη θνησιμότητα εμφανίστηκαν τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, αλλά διέφεραν ανάλογα με τον δείκτη μάζας σώματος, το κάπνισμα, την ηλικία και την ηλικία που είχε επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Για παράδειγμα, η χαμηλή ή μέτρια κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος συνδέθηκε με χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις σε αρκετές ομάδες, ενώ σε άτομα κάτω των 50 ετών παρατηρήθηκε διαφορετικό αποτέλεσμα για τη χαμηλή κατανάλωση. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πάντως ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και επομένως δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ποσότητα κόκκινου ή επεξεργασμένου κρέατος ήταν αυτή που προκάλεσε τις διαφορές στη θνησιμότητα.
Τι συνέβη με το λευκό κρέας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομάδα που κατανάλωνε αποκλειστικά λευκό κρέας, κυρίως πουλερικά και ψάρια, χωρίς κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας. Η συγκεκριμένη κατηγορία ήταν πολύ μικρή, κάτι που περιορίζει την ισχύ των συμπερασμάτων, ωστόσο ορισμένες συσχετίσεις ήταν αξιοσημείωτες. Σε σύγκριση με την υψηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, η διατροφή με αποκλειστική κατανάλωση λευκού κρέατος συνδέθηκε με 7% χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα στους άνδρες και με 5% χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα στα άτομα με υγιές βάρος. Στην ηλικιακή ομάδα 50 έως 64 ετών η μείωση ήταν 6%, ενώ αντίστοιχη μείωση 6% παρατηρήθηκε και σε ανθρώπους που έφτασαν τουλάχιστον τα 80 χρόνια. Στους ανθρώπους που έφτασαν την ηλικία των 80 ετών και άνω, η αποκλειστική κατανάλωση λευκού κρέατος συνδέθηκε επίσης με 6% χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα και 9% χαμηλότερη θνησιμότητα από καρκίνο σε σύγκριση με την υψηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος. Για τη θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις, ωστόσο, η διατροφή με αποκλειστικό λευκό κρέας δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση.
Η χορτοφαγική διατροφή έδωσε ακόμη πιο περιορισμένα αποτελέσματα. Η μόνη στατιστικά σημαντική συσχέτιση που εντοπίστηκε αφορούσε την ομάδα ηλικίας 50 έως 64 ετών, όπου συνδέθηκε με 6% χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα. Στις περισσότερες άλλες αναλύσεις δεν βρέθηκε σημαντική σχέση μεταξύ χορτοφαγικής διατροφής και των εξεταζόμενων αιτιών θανάτου.
Ένα σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι ότι δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που ακολουθούσαν αποκλειστικά διατροφή με λευκό κρέας ή ήταν χορτοφάγοι. Για αυτό οι ερευνητές θεωρούν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες ειδικά σχεδιασμένες για αυτές τις διατροφικές κατηγορίες, με πιο λεπτομερείς και επαναλαμβανόμενες καταγραφές της διατροφής.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι η πλήρης αποχή από το κρέας αποτελεί απαραίτητα την καλύτερη επιλογή για τη μακροζωία. Το πιο σταθερό εύρημα ήταν η σχέση ανάμεσα στη χαμηλότερη κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος και σε μικρές μειώσεις της θνησιμότητας, ενώ οι συσχετίσεις για το λευκό κρέας εμφανίστηκαν μόνο σε συγκεκριμένες ομάδες. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν αρκετούς περιορισμούς. Η διατροφή αξιολογήθηκε με ένα σύντομο ερωτηματολόγιο κατά την έναρξη της μελέτης το 1982, επομένως δεν ήταν δυνατό να αποτυπωθούν με ακρίβεια όλες οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες που μπορεί να συνέβησαν τις επόμενες δεκαετίες. Υπήρχε επίσης πιθανότητα λανθασμένης ταξινόμησης των συμμετεχόντων ως προς τη διατροφή τους και παραμένει η πιθανότητα άλλοι παράγοντες του τρόπου ζωής να επηρεάζουν τις παρατηρούμενες συσχετίσεις.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή οι άνθρωποι που καταναλώνουν διαφορετικές ποσότητες κρέατος δεν διαφέρουν μόνο ως προς το συγκεκριμένο τρόφιμο. Το σωματικό βάρος, το κάπνισμα, η φυσική δραστηριότητα, η συνολική ποιότητα της διατροφής και άλλες συμπεριφορές μπορούν να συνδέονται ταυτόχρονα με την κατανάλωση κρέατος και τον κίνδυνο θανάτου. Οι ερευνητές προχώρησαν σε προσαρμογές για δημογραφικούς, lifestyle και παράγοντες υγείας, όμως η πλήρης εξάλειψη αυτών των επιδράσεων δεν είναι δυνατή σε μια παρατηρητική μελέτη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Current Developments in Nutrition με τίτλο Associations between white meat-only and vegetarian diets with mortality from all causes, heart diseases, cancers, and stroke in the American Cancer Society’s Cancer Prevention Study-II.