Η κατανάλωση ωμών ή ανεπαρκώς επεξεργασμένων ψαριών διατηρεί τον κύκλο μετάδοσης ενός παρασίτου που εντοπίζεται σποραδικά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με καταγεγραμμένα περιστατικά και στην Ελλάδα
Μολυσμένα ψάρια βρίσκονται πίσω από την αύξηση των περιστατικών οπισθορχίασης που καταγράφεται στην Περιφέρεια Κουργκάν της Ρωσίας το 2026. Στο πρώτο τρίμηνο του έτους αναφέρθηκαν 51 κρούσματα, όταν σε ολόκληρο το 2025 είχαν καταγραφεί 86, γεγονός που δείχνει εντατικοποίηση της μετάδοσης σε μια ήδη επιβαρυμένη περιοχή. Η νόσος είναι ενδημική κυρίως σε περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, όπου καταγράφεται και ο μεγαλύτερος αριθμός λοιμώξεων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται σποραδικά, με καταγεγραμμένα περιστατικά σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ελλάδα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κοτομπουκιές γνωστής αλυσίδας σούπερ μάρκετ μολυσμένες με μόλυβδο έως και πέντε φορές πάνω από το όριο
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Ιταλία, όπου έχουν καταγραφεί επαναλαμβανόμενες επιδημίες τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως συνδεδεμένες με κατανάλωση ωμών ή μαριναρισμένων ψαριών από λίμνες της κεντρικής χώρας. Από το 2003 έως το 2022 έχουν αναφερθεί εκατοντάδες ανθρώπινα περιστατικά. Το 2022 δεκάδες άτομα αρρώστησαν αφού, έφαγαν μαριναρισμένα φιλέτα ψαριού σε ένα εστιατόριο στο Sant’Arcangelo στο Magione της Περούτζια.
Σύμφωνα με μελέτη η αλλαγή στις ανθρώπινες διατροφικές συνήθειες (ωμά ψάρια) έχει προκαλέσει και αυξήσει τη μετάδοση του O. felineus , ο οποίος πιθανότατα κυκλοφορεί στην ΕΕ, αν και σε σιωπηλή μορφή, εδώ και πολλά χρόνια. Η εξάπλωση του Opisthorchis felineus περιλαμβάνει: Ισπανία, Ιταλία, Αλβανία, Ελλάδα, Γαλλία, Βόρεια Μακεδονία, Ελβετία, Γερμανία, Πολωνία, Ρωσία, Τουρκία και Καύκασος. Η οπισθορχίαση, η ασθένεια που προκαλείται από το Opisthorchis felineus, κυμαίνεται σε βαρύτητα από ασυμπτωματική μόλυνση έως σοβαρή ασθένεια. Η έκβαση του ασθενούς εξαρτάται από την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η σύγχρονη όρασή μας εξελίχθηκε από ένα αρχαίο μονόφθαλμο σκουλήκι – Ευρήματα επιστημονικής μελέτης
Η νόσος μεταδίδεται μέσω κατανάλωσης ψαριών της οικογένειας των κυπρινιδών, όπως ο κυπρίνος, τα οποία προέρχονται από ποτάμια και λίμνες όπου κυκλοφορεί το παράσιτο Opisthorchis felineus. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται σε ωμά ή ανεπαρκώς επεξεργασμένα προϊόντα, όπως μαριναρισμένα, ελαφρώς αλατισμένα, αποξηραμένα ή ψυχρής καπνίσεως ψάρια, καθώς οι προνύμφες παραμένουν βιώσιμες στον μυϊκό ιστό. Ο ευκολότερος και καλύτερος τρόπος πρόληψης της νόσου, είναι η απολύμανση των ψαριών καταψύχοντάς τα στους -10 °C για 5–70 ημέρες ή το μαγείρεμα μέχρι ο πυρήνας του ψαριού να φτάσει τους 65 °C για τουλάχιστον 1 λεπτό. Όπως και άλλα ηπατικά τρηματώδη, το μέγεθος της παθολογίας που προκαλείται από το O. felineus, εξαρτάται από το παρασιτικό φορτίο, την ευαισθησία του ξενιστή και την εμφάνιση λοιμώξεων/επαναμολύνσεων με την πάροδο του χρόνου που προκαλούν συνεχιζόμενες φλεγμονώδεις καταστάσεις.
Ο κύκλος ζωής του παρασίτου ξεκινά από αυγά που αποβάλλονται στο νερό μέσω κοπράνων μολυσμένων ανθρώπων ή ζώων. Τα αυγά καταναλώνονται από σαλιγκάρια, όπου εξελίσσονται σε προνύμφες και στη συνέχεια απελευθερώνονται στο νερό, διεισδύοντας σε ψάρια. Εκεί εγκυστώνονται και μεταδίδονται στον άνθρωπο μέσω κατανάλωσης, χωρίς να υπάρχει εμφανής ένδειξη μόλυνσης στο ψάρι.
Η λοίμωξη μπορεί να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς συμπτώματα, γεγονός που δυσκολεύει τη διάγνωση και επιτρέπει τη συνέχιση της μετάδοσης. Όταν εκδηλώνεται, περιλαμβάνει κοιλιακό πόνο, διόγκωση του ήπατος και φλεγμονή των χοληφόρων και του παγκρέατος. Στην οξεία φάση μπορεί να εμφανιστούν πυρετός, εξάνθημα, οίδημα προσώπου και ηωσινοφιλία, ενώ σε χρόνια στάδια έχουν καταγραφεί σοβαρές επιπλοκές, όπως βλάβες των χοληφόρων και κακοήθειες.
Η αύξηση της κατανάλωσης ωμών ή ελαφρώς επεξεργασμένων ψαριών τα τελευταία χρόνια θεωρείται παράγοντας που ενισχύει τη διασπορά του παρασίτου και στην Ευρώπη. Η παρουσία του σε ζώα, όπως αλεπούδες, γάτες και σκύλους, αλλά και σε ψάρια και υδρόβιους οργανισμούς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, υποδεικνύει ότι ο κύκλος μετάδοσης διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η θεραπεία με πραζικουαντέλη είναι αποτελεσματική, ωστόσο η καθυστέρηση στη διάγνωση παραμένει βασικό πρόβλημα, καθώς πολλοί ασθενείς δεν εμφανίζουν άμεσα συμπτώματα. Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στη σωστή θερμική επεξεργασία των ψαριών ή στην κατάλληλη κατάψυξη, ώστε να εξουδετερώνονται οι προνύμφες. Η εξέλιξη της επιδημιολογικής εικόνας, τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ευρώπη, συνδέεται άμεσα με τις διατροφικές συνήθειες και τον τρόπο επεξεργασίας των ψαριών γλυκού νερού, που παραμένει ο βασικός παράγοντας κινδύνου για τη μετάδοση της νόσου.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.