Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (European Food Safety Authority – EFSA) δημοσίευσε νέα επιστημονική αξιολόγηση σχετικά με τη δραστική ουσία bifenazate, καταλήγοντας ότι δεν πληροί τα ευρωπαϊκά κριτήρια χαρακτηρισμού ως ενδοκρινικός διαταράκτης για τον άνθρωπο και τα άγρια θηλαστικά. Η αξιολόγηση δημοσιεύθηκε στις 15 Ιουνίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό EFSA Journal, έπειτα από διαδικασία ανεξάρτητης επιστημονικής αξιολόγησης (peer review) των συμπληρωματικών στοιχείων που είχαν ζητηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν αφορούσε νέα αίτηση έγκρισης της δραστικής ουσίας, αλλά την εξέταση επιβεβαιωτικών δεδομένων που είχαν ζητηθεί κατά την ανανέωση της έγκρισης του bifenazate στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2022. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ζητήσει από την παρασκευάστρια εταιρεία να υποβάλει πρόσθετα επιστημονικά στοιχεία για την πιθανότητα το bifenazate να εμφανίζει ενδοκρινική δράση, δηλαδή να επηρεάζει το ορμονικό σύστημα ανθρώπων ή ζώων.
Τα νέα στοιχεία υποβλήθηκαν το 2024 από την UPL Europe Ltd. και αξιολογήθηκαν αρχικά από τη Σουηδία, η οποία ήταν το κράτος-εισηγητής της διαδικασίας. Στη συνέχεια ακολούθησε διαβούλευση μεταξύ των κρατών-μελών, της EFSA και εξειδικευμένων επιστημόνων, ενώ πραγματοποιήθηκε και ανεξάρτητη επιστημονική επανεξέταση πριν από την έκδοση των τελικών συμπερασμάτων.
Το bifenazate είναι ακαρεοκτόνο δραστική ουσία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση τετράνυχων σε καλλιέργειες όπως η φράουλα, η τομάτα, η πιπεριά, η μελιτζάνα, το αγγούρι, το κολοκύθι, το πεπόνι και το καρπούζι, καθώς και σε ανθοκομικά και καλλωπιστικά φυτά. Η EFSA αξιολόγησε τα διαθέσιμα τοξικολογικά και οικοτοξικολογικά δεδομένα, εξετάζοντας αν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ουσία μπορεί να επηρεάζει τα συστήματα οιστρογόνων, ανδρογόνων, στεροειδογένεσης ή θυρεοειδικών ορμονών, τα οποία αποτελούν τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων εκδηλώνεται ενδοκρινική διαταραχή.
Σύμφωνα με τα τελικά συμπεράσματα, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα θεωρήθηκαν επαρκή και δεν έδειξαν πρότυπο επιδράσεων που να συνδέεται με ενδοκρινική διαταραχή. Για τον λόγο αυτό, η EFSA κατέληξε ότι το bifenazate δεν πληροί τα κριτήρια χαρακτηρισμού ως ενδοκρινικού διαταράκτη για τον άνθρωπο σύμφωνα με την ευρωπαϊκή καθοδήγηση των EFSA και ECHA. Το ίδιο συμπέρασμα διατυπώθηκε και για τα άγρια θηλαστικά, ενώ επιβεβαιώθηκαν προηγούμενα ευρήματα και για άλλες κατηγορίες οργανισμών.
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης έναν μεταβολίτη του bifenazate, γνωστό ως 4,4′-biphenol. Η έκθεση αναφέρει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεψαν πλήρη διερεύνηση όλων των πιθανών ενδοκρινικών ιδιοτήτων του συγκεκριμένου μεταβολίτη. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η πιθανότητα να εκδηλωθούν τέτοιες επιδράσεις υπό τις συνθήκες χρήσης της δραστικής ουσίας είναι χαμηλή, καθώς η τοξικότητα του ίδιου του bifenazate αποτελεί τον περιοριστικό παράγοντα πριν από την εμφάνιση τέτοιων φαινομένων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η EFSA δεν εντόπισε ζητήματα που να παραμένουν ανοικτά ή να απαιτούν πρόσθετα στοιχεία για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Παράλληλα, δεν διαπιστώθηκαν κρίσιμες περιοχές ανησυχίας ούτε εκκρεμή επιστημονικά κενά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη ρυθμιστική αξιολόγηση της δραστικής ουσίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας.
Η απόφαση αυτή αφορά αποκλειστικά την αξιολόγηση της ενδοκρινικής δράσης του bifenazate και δεν αποτελεί συνολική επανεξέταση όλων των τοξικολογικών ή περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών της ουσίας. Παρόλα αυτά, αποτελεί σημαντικό επιστημονικό ορόσημο, καθώς ολοκληρώνει μία διαδικασία που είχε ξεκινήσει κατά την ανανέωση της ευρωπαϊκής έγκρισης και παρέχει την επικαιροποιημένη θέση της EFSA για ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που εξετάζονται σήμερα στην αξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό EFSA Journal με τίτλο «Peer review of the pesticide risk assessment for the active substance bifenazate in light of confirmatory data submitted» και εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων στις 15 Ιουνίου 2026.