Η κετογονική διατροφή έχει συνδεθεί σε αρκετές μελέτες με μείωση της αρτηριακής πίεσης, όμως το αποτέλεσμα δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Μια νέα ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Biomedicines εξετάζει τα διαθέσιμα δεδομένα και υποστηρίζει ότι η επίδραση μπορεί να σχετίζεται με περισσότερους από έναν μηχανισμούς, όπως η απώλεια βάρους, η βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, οι αλλαγές στην ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών και η μείωση ορισμένων δεικτών φλεγμονής. Παράλληλα, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα των μελετών δεν είναι ομοιόμορφα και ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για τη μακροχρόνια επίδραση της κετογονικής διατροφής στην υπέρταση παραμένουν περιορισμένα.
Τι δείχνουν οι μελέτες για την πίεση
Η ανασκόπηση συγκέντρωσε στοιχεία από μετααναλύσεις και κλινικές δοκιμές που έχουν εξετάσει την επίδραση της κετογονικής διατροφής στην αρτηριακή πίεση. Σε μία μεταανάλυση 29 κλινικών δοκιμών με 2.359 άτομα με διαβήτη τύπου 2, οι πολύ χαμηλών θερμίδων κετογονικές δίαιτες συνδέθηκαν με μέση μείωση της συστολικής πίεσης κατά 2,85 mmHg και της διαστολικής κατά 1,40 mmHg σε σύγκριση με δίαιτες ελέγχου. Μεταξύ των ατόμων με δείκτη μάζας σώματος πάνω από 35, η μείωση της συστολικής πίεσης έφτασε τα 3,15 mmHg.
Μια δεύτερη μεταανάλυση, η οποία περιλάμβανε 27 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές και 1.278 συμμετέχοντες, έδειξε σημαντική μείωση της διαστολικής πίεσης κατά 1,41 mmHg, χωρίς όμως στατιστικά σημαντική διαφορά στη συστολική πίεση. Στις ίδιες μελέτες καταγράφηκαν μειώσεις στο σωματικό βάρος, τη γλυκόζη, την ινσουλίνη και τα τριγλυκερίδια. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν επίσης μεταβολές στα λιπίδια του αίματος, μεταξύ των οποίων αύξηση της ολικής χοληστερόλης, της HDL και της LDL χοληστερόλης. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι αυτά τα ευρήματα πρέπει να συνεκτιμώνται, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που έχουν ήδη αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με τη δίαιτα DASH, η οποία αποτελεί μία από τις διατροφικές προσεγγίσεις με την καλύτερη τεκμηρίωση για τη διαχείριση της υπέρτασης. Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη που περιλάμβανε άτομα με υπέρταση, προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2 και υπέρβαρο ή παχυσαρκία, μια πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες κετογονική διατροφή συνδέθηκε με μεγαλύτερη μείωση της μέσης συστολικής πίεσης σε σχέση με τη DASH, κατά 9,77 έναντι 5,18 mmHg. Παράλληλα, στην ομάδα της κετογονικής διατροφής καταγράφηκαν μεγαλύτερες μειώσεις στο σωματικό βάρος και στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.
Ωστόσο, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι δεν μπορούν όλα αυτά τα αποτελέσματα να αποδοθούν αποκλειστικά στην κέτωση. Σε αρκετές μελέτες η κετογονική διατροφή συνοδεύεται από περιορισμό θερμίδων, απώλεια βάρους και βελτίωση μεταβολικών δεικτών, παράγοντες που από μόνοι τους μπορούν να επηρεάσουν την αρτηριακή πίεση. Επιπλέον, αρκετές από τις διαθέσιμες έρευνες είναι μικρής διάρκειας και έχουν διαφορετικό σχεδιασμό, γεγονός που δυσκολεύει την άμεση σύγκριση των αποτελεσμάτων.
Γιατί μπορεί να πέφτει η πίεση
Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που εξετάζει η ανασκόπηση είναι η απώλεια σωματικού βάρους και ιδιαίτερα του σπλαχνικού λίπους, δηλαδή του λίπους που συσσωρεύεται γύρω από τα εσωτερικά όργανα. Η κετογονική διατροφή μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους να περιορίσει την πρόσληψη ενέργειας επειδή αυξάνει τον κορεσμό και μειώνει την όρεξη. Η απώλεια βάρους και η μείωση του σπλαχνικού λίπους συνδέονται με βελτίωση παραμέτρων που σχετίζονται με την αρτηριακή πίεση.
Ένας δεύτερος μηχανισμός αφορά την ινσουλινοαντίσταση. Ο περιορισμός των υδατανθράκων μειώνει τις μεταγευματικές αυξήσεις της γλυκόζης και της ινσουλίνης. Η μειωμένη υπερινσουλιναιμία μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία των αγγείων και το σύστημα ρενίνης, αγγειοτενσίνης και αλδοστερόνης, το οποίο συμμετέχει στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να έχει και η ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα στην αρχή της κετογονικής διατροφής. Η μεγάλη μείωση των υδατανθράκων μειώνει τα αποθέματα γλυκογόνου και τα επίπεδα ινσουλίνης, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την αποβολή νατρίου και νερού από τον οργανισμό. Μαζί με τα υγρά μπορεί να αυξηθεί η απώλεια ηλεκτρολυτών, όπως το κάλιο και το μαγνήσιο. Η μείωση του όγκου των υγρών στο αίμα μπορεί προσωρινά να οδηγήσει σε χαμηλότερη αρτηριακή πίεση.
Η ανασκόπηση εξετάζει επίσης τον πιθανό ρόλο της φλεγμονής και των κετονών. Το βήτα υδροξυβουτυρικό, ένα από τα βασικά κετονικά σώματα που παράγονται κατά την κέτωση, έχει μελετηθεί για πιθανές αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, μεταξύ άλλων μέσω της επίδρασής του στο φλεγμονώδες σύμπλεγμα NLRP3. Πρόκειται όμως για έναν από τους πιθανούς μηχανισμούς και όχι για απόδειξη ότι η συγκεκριμένη διαδικασία είναι αυτή που προκαλεί τη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους ανθρώπους.
Γιατί δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους
Η ίδια η ανασκόπηση επισημαίνει ότι η ποιότητα της κετογονικής διατροφής έχει σημασία. Μια διατροφή που βασίζεται σε φυσικά και ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα δεν είναι διατροφικά ίδια με μια διατροφή γεμάτη εξαιρετικά επεξεργασμένα προϊόντα που απλώς φέρουν την ένδειξη «keto». Η ποσότητα και η ποιότητα των λιπαρών, η πρόσληψη νατρίου, η κατανάλωση λαχανικών και η συνολική ενεργειακή πρόσληψη μπορούν να διαφοροποιήσουν σημαντικά το αποτέλεσμα.
Επιπλέον, η αρχική απώλεια νερού και ηλεκτρολυτών μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους να οδηγήσει σε αφυδάτωση, πονοκέφαλο, κόπωση και προσωρινές μεταβολές της πίεσης. Η ανασκόπηση αναφέρει ότι σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να παρατηρηθεί προσωρινή αύξηση της αρτηριακής πίεσης κατά τη φάση προσαρμογής. Αυτό αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο οι αντιδράσεις δεν είναι ίδιες σε όλους.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε ανθρώπους που λαμβάνουν αντιυπερτασικά φάρμακα, καθώς η γρήγορη μείωση της πίεσης σε συνδυασμό με την αυξημένη αποβολή υγρών μπορεί να απαιτήσει στενότερη παρακολούθηση. Η ανασκόπηση επισημαίνει ειδικά τα διουρητικά και τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οποιαδήποτε αλλαγή στη φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να γίνεται μόνο με ιατρική καθοδήγηση. Παράλληλα, η αύξηση της πρόσληψης καλίου δεν είναι κατάλληλη για όλους, ιδιαίτερα για ανθρώπους με χρόνια νεφρική νόσο ή για όσους λαμβάνουν φάρμακα που αυξάνουν τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.
Παρά τα ευρήματα που δείχνουν πιθανό όφελος, οι ίδιοι οι συγγραφείς σημειώνουν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία έχουν σημαντικούς περιορισμούς. Η συγκεκριμένη εργασία είναι αφηγηματική ανασκόπηση και όχι συστηματική ανασκόπηση, οι μελέτες που εξετάστηκαν διαφέρουν σημαντικά ως προς τη σύνθεση της κετογονικής διατροφής, τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και τη διάρκεια της παρέμβασης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η αρτηριακή πίεση δεν ήταν το βασικό τελικό αποτέλεσμα. Τα δεδομένα για τη μακροχρόνια επίδραση στην καρδιαγγειακή υγεία παραμένουν επίσης περιορισμένα.
Η νέα ανασκόπηση, επομένως, δεν καταλήγει ότι η κετογονική διατροφή αποτελεί καλύτερη επιλογή για την υπέρταση συνολικά. Τα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση σε ορισμένες ομάδες ανθρώπων, με την απώλεια βάρους, τις μεταβολικές αλλαγές και την ισορροπία υγρών να αποτελούν πιθανούς παράγοντες, αλλά η επίδραση δεν είναι σταθερή σε όλες τις μελέτες. Παράλληλα, η σύσταση της διατροφής και οι πιθανές μεταβολές στα λιπίδια του αίματος αποτελούν σημαντικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν αξιολογείται η συγκεκριμένη διατροφική προσέγγιση.