Η καθημερινή έκθεση σε πλαστικά δεν αφορά μόνο τα ίδια τα υλικά, αλλά και τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή, την επεξεργασία ή τη βελτίωση των ιδιοτήτων τους. Ορισμένες από αυτές έχουν μελετηθεί επί δεκαετίες, ενώ για άλλες η επιστημονική γνώση είναι πολύ πιο περιορισμένη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για νεότερες ουσίες που έχουν αντικαταστήσει παλαιότερα πρόσθετα. Μέσα σε αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο έρευνας, η νέα επικαιροποίηση της βάσης PlasticHealthAware συγκεντρώνει πλέον 196 συστηματικές ανασκοπήσεις και 6.841 μετα-αναλύσεις, καταγράφοντας τα διαθέσιμα στοιχεία για τη σχέση διαφορετικών χημικών ουσιών που συνδέονται με τα πλαστικά και της ανθρώπινης υγείας. Η βάση εξετάζει μεταξύ άλλων δισφαινόλες, φθαλικές ενώσεις, PFAS, πολυχλωριωμένα διφαινύλια και πολυβρωμιωμένους διφαινυλαιθέρες, δηλαδή διαφορετικές ομάδες χημικών ουσιών που έχουν χρησιμοποιηθεί σε πλαστικά ή συνδέονται με εφαρμογές στις οποίες χρησιμοποιούνται πλαστικά. Η τελευταία επικαιροποίηση πρόσθεσε 76 συστηματικές ανασκοπήσεις και 3.541 μεταναλύσεις σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση, διευρύνοντας σημαντικά το υλικό που μπορεί να εξεταστεί συγκεντρωτικά.
Τι έχει μελετηθεί περισσότερο
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι κατανεμημένα ομοιόμορφα μεταξύ όλων των χημικών ουσιών. Για ορισμένες, όπως η δισφαινόλη Α (BPA) και συγκεκριμένες φθαλικές ενώσεις, έχει πραγματοποιηθεί μεγάλος αριθμός μελετών σε ανθρώπους και έχουν δημοσιευθεί πολλές συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις. Αντίθετα, για αρκετούς άλλους πλαστικούς πρόσθετους και ιδιαίτερα για νεότερες ουσίες που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα παλαιότερων χημικών, η διαθέσιμη ανθρώπινη βιβλιογραφία παραμένει πολύ μικρότερη. Η προηγούμενη μεγάλη χαρτογράφηση της ανθρώπινης έρευνας είχε εξετάσει 100.949 επιστημονικές δημοσιεύσεις, από τις οποίες 3.587 μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια και εντάχθηκαν στον Plastic Health Map. Η ανάλυση είχε καταγράψει μελέτες για διαφορετικές κατηγορίες πλαστικών χημικών και για εκβάσεις που αφορούν μεταξύ άλλων την αναπαραγωγή, το ενδοκρινικό σύστημα, τη νευροανάπτυξη, τον μεταβολισμό, το καρδιαγγειακό και το αναπνευστικό σύστημα.
Μια προηγούμενη συστηματική ανασκόπηση των διαθέσιμων μετα-αναλύσεων, η οποία δημοσιεύθηκε στο Annals of Global Health, είχε συμπεριλάβει 52 συστηματικές ανασκοπήσεις και συνολικά 759 μετα-αναλύσεις. Τα δεδομένα αφορούσαν κυρίως BPA, συγκεκριμένες φθαλικές ενώσεις, PCB, PBDE και ορισμένες PFAS, ενώ δεν υπήρχαν τότε μετα-αναλύσεις που να αξιολογούν άμεσα τις επιπτώσεις των πολυμερών ή των μικροπλαστικών στην ανθρώπινη υγεία. Στις αναλύσεις που είχαν συγκεντρωθεί είχαν καταγραφεί συσχετίσεις της έκθεσης σε συγκεκριμένες χημικές ουσίες με διαφορετικές εκβάσεις στην εγκυμοσύνη και τη γέννηση, την αναπαραγωγική και ενδοκρινική λειτουργία, τη νευροανάπτυξη των παιδιών, τον μεταβολισμό, το κυκλοφορικό και το αναπνευστικό σύστημα, καθώς και με ορισμένες μορφές καρκίνου. Για παράδειγμα, οι μετα-αναλύσεις που αφορούσαν το BPA είχαν εξετάσει μεταξύ άλλων διαβήτη τύπου 2, αντίσταση στην ινσουλίνη, παχυσαρκία, υπέρταση και καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ για συγκεκριμένες φθαλικές ενώσεις είχαν εξεταστεί εκβάσεις όπως η απώλεια εγκυμοσύνης, το βάρος γέννησης, η ποιότητα του σπέρματος, η ενδομητρίωση και ορισμένοι δείκτες νευροανάπτυξης.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για τις PFAS
Οι PFAS αποτελούν μία από τις ομάδες που έχουν συγκεντρώσει σημαντικό μέρος της διαθέσιμης έρευνας. Οι μετα-αναλύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί εξετάζουν μεταξύ άλλων τη σχέση της έκθεσης με τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, τη λειτουργία του θυρεοειδούς, την ανοσολογική απόκριση, το σωματικό βάρος και ορισμένους δείκτες ανάπτυξης και υγείας στα παιδιά. Για ορισμένες PFAS έχουν εξεταστεί επίσης πιθανές συσχετίσεις με συγκεκριμένους καρκίνους και άλλες χρόνιες παθήσεις. Τα στοιχεία αυτά χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, καθώς οι μετα-αναλύσεις συνθέτουν αποτελέσματα επιμέρους επιδημιολογικών μελετών και η στατιστική συσχέτιση δεν ισοδυναμεί από μόνη της με απόδειξη αιτιώδους σχέσης. Οι μελέτες μπορεί να διαφέρουν ως προς τον πληθυσμό που εξετάζουν, τα επίπεδα έκθεσης, τη συγκεκριμένη χημική ουσία, τον τρόπο με τον οποίο μετράται η έκθεση και την έκβαση που αξιολογείται. Για αυτόν τον λόγο, η νέα βάση καταγράφει ξεχωριστά τις διαθέσιμες αναλύσεις αντί να παρουσιάζει όλες τις χημικές ουσίες των πλαστικών ως μία ενιαία κατηγορία.
Η εικόνα είναι επίσης διαφορετική όταν εξετάζονται τα ίδια τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά. Η συστηματική ανασκόπηση των μετα-αναλύσεων που δημοσιεύθηκε το 2024 δεν είχε εντοπίσει μετα-αναλύσεις σε ανθρώπους για τις επιπτώσεις των μικροπλαστικών ή των πολυμερών. Αυτό αποτελεί σημαντική διαφοροποίηση από την έρευνα για συγκεκριμένες χημικές ουσίες, όπου υπάρχει πλέον πολύ μεγαλύτερος αριθμός επιδημιολογικών δεδομένων. Ανάλογα κενά έχουν εντοπιστεί και σε ουσίες που έχουν εισαχθεί ως αντικαταστάτες χημικών τα οποία περιορίστηκαν ή απαγορεύτηκαν. Η Plastic Health Map είχε επισημάνει περιορισμένα δεδομένα για αρκετά υποκατάστατα φθαλικών ενώσεων, δισφαινολών και επιβραδυντικών φλόγας, παρά το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες έχουν ήδη περάσει στην παραγωγή και την κατανάλωση. Η έλλειψη μεγάλου αριθμού ανθρώπινων μελετών σημαίνει ότι η επιστημονική εικόνα για αυτές τις νεότερες ουσίες δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη για χημικά που έχουν μελετηθεί εδώ και δεκαετίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι η έκθεση του ανθρώπου δεν προέρχεται από μία μόνο πηγή. Πλαστικά και πλαστικές χημικές ουσίες συναντώνται σε συσκευασίες τροφίμων, οικιακά προϊόντα, υλικά κατασκευών και πολλές άλλες εφαρμογές, ενώ η έκθεση μπορεί να αφορά περισσότερες από μία ουσίες ταυτόχρονα. Η προηγούμενη χαρτογράφηση είχε καταγράψει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα, καθώς πολλές από τις ανθρώπινες μελέτες αφορούν βιοδείκτες έκθεσης και όχι απλώς την παρουσία μιας ουσίας σε ένα συγκεκριμένο προϊόν.