Σύγκριση της ευρωπαϊκής προσέγγισης εκτίμησης κινδύνου με το αμερικανικό καθεστώς μηδενικής ανοχής στα έτοιμα προς κατανάλωση τρόφιμα
Παρά τον νέο κανονισμό της ΕΕ (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2895) για τη Listeria monocytogenes που έχει αλλάξει πολλά δεδομένα για την Ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων, η νομοθεσία στις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει συνολικά πιο αυστηρή, όπως προκύπτει καθαρά από τη συγκριτική ανάλυση των δύο συστημάτων ρύθμισης foods-15-00470-v2.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να λειτουργεί με προσέγγιση βασισμένη στην εκτίμηση κινδύνου. Ο νέος κανονισμός ενίσχυσε τις απαιτήσεις, αλλά δεν άλλαξε τη θεμελιώδη λογική. Η συμμόρφωση κρίνεται σε σχέση με τη συγκέντρωση του παθογόνου στο τέλος της διάρκειας ζωής και με την ικανότητα του τροφίμου να υποστηρίξει ανάπτυξη. Η παρουσία της Listeria monocytogenes σε χαμηλά επίπεδα δεν θεωρείται αυτόματα παράβαση, εφόσον τεκμηριώνεται ότι το προϊόν δεν επιτρέπει αύξηση πάνω από τα 100 cfu/g. Αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη ευθύνη του παραγωγού για επιστημονική τεκμηρίωση μέσω μελετών διάρκειας ζωής, challenge testing και προγνωστικής μικροβιολογίας, αλλά όχι σε απόλυτη απαγόρευση.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ρυθμιστικό σύστημα παραμένει προσανατολισμένο στον κίνδυνο ως απόλυτη απειλή και όχι ως ποσοτικό μέγεθος. Η μηδενική ανοχή σημαίνει ότι οποιαδήποτε ανίχνευση Listeria monocytogenes σε τρόφιμο έτοιμο προς κατανάλωση οδηγεί σε κανονιστική παρέμβαση, ανεξάρτητα από το επίπεδο μόλυνσης ή τη συμπεριφορά του παθογόνου στο τρόφιμο. Η έννοια της επιστημονικής απόδειξης ότι το προϊόν δεν υποστηρίζει ανάπτυξη δεν αναιρεί τη νομική συνέπεια της ανίχνευσης.
Η διαφορά γίνεται πιο εμφανής στον ρόλο της περιβαλλοντικής παρακολούθησης. Στην ΕΕ, η περιβαλλοντική δειγματοληψία προβλέπεται γενικά, αλλά χωρίς αυστηρά εναρμονισμένες υποχρεώσεις και χωρίς αυτόματη κανονιστική συνέπεια σε κάθε εύρημα. Στις ΗΠΑ, η ανίχνευση Listeria spp. σε επιφάνειες επαφής με τρόφιμα θεωρείται ένδειξη συνθηκών που ευνοούν μόλυνση και ενεργοποιεί άμεσες διορθωτικές ενέργειες, ακόμη και χωρίς θετικό τελικό προϊόν. Η πρόληψη της μετα-επεξεργαστικής επιμόλυνσης αποτελεί τον κεντρικό άξονα του αμερικανικού συστήματος.
Αντίστοιχα, το challenge testing έχει διαφορετική κανονιστική λειτουργία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται πρωτίστως για να αποδειχθεί αν ένα τρόφιμο υποστηρίζει ή όχι ανάπτυξη και για να επικυρωθεί η διάρκεια ζωής. Το κρίσιμο κριτήριο είναι το καθαρό δυναμικό ανάπτυξης κατά την αποθήκευση. Στις ΗΠΑ, οι δοκιμές πρόκλησης χρησιμοποιούνται κυρίως για την επικύρωση λιστεριοκτόνων ή λιστεριοστατικών παρεμβάσεων και για την τεκμηρίωση συγκεκριμένων λογαριθμικών μειώσεων, στο πλαίσιο της μηδενικής ανοχής.
Διαφορετική είναι και η νομική έννοια του έτοιμου προς κατανάλωση τροφίμου. Στην ΕΕ ο χαρακτηρισμός βασίζεται στην πρόθεση του παραγωγού και στην προβλεπόμενη χρήση, ενώ στις ΗΠΑ λαμβάνεται υπόψη και η εύλογα προβλέψιμη συμπεριφορά του καταναλωτή, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της μηδενικής ανοχής σε περισσότερα προϊόντα.
Συνολικά, ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός έχει αυστηροποιήσει σημαντικά το πλαίσιο συμμόρφωσης, αυξάνοντας το τεχνικό και επιστημονικό βάρος για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, δεν έχει μεταβάλει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν αυστηρότερες σε νομικό και κατασταλτικό επίπεδο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει αυστηρότερη σε επίπεδο τεκμηρίωσης και διαχείρισης κινδύνου, με θεμελιώδη διαφορά ότι η αμερικανική νομοθεσία δεν αποδέχεται καμία παρουσία του παθογόνου στο τελικό προϊόν.
Πηγή: Foods https://www.mdpi.com/2304-8158/15/3/470