Επιστήμονες ανέπτυξαν νέα μέθοδο ανίχνευσης και εντόπισαν παράνομα φαρμακευτικά συστατικά σε ροφήματα, ζελέ και συμπληρώματα διατροφής
Η παράνομη προσθήκη φαρμακευτικών και άλλων μη βρώσιμων ουσιών σε τρόφιμα και συμπληρώματα διατροφής εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για τις αρχές ασφάλειας τροφίμων. Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Foods με τίτλο «Suspected and Non-Targeted Screening of Non-Edible Substances in Food by UPLC-Q-TOF-MS» καταγράφει τις ουσίες που ενδέχεται να προστίθενται παράνομα σε τρόφιμα και τα προϊόντα στα οποία εντοπίζονται συχνότερα.
Στόχος της έρευνας ήταν η ανάπτυξη μιας νέας μεθόδου εργαστηριακού ελέγχου που θα επιτρέπει τον εντοπισμό τόσο γνωστών όσο και άγνωστων μη βρώσιμων ουσιών σε τρόφιμα. Οι επιστήμονες δημιούργησαν βάση δεδομένων με 390 ύποπτες ουσίες και χρησιμοποίησαν τεχνολογία φασματομετρίας μάζας υψηλής ανάλυσης για την ανίχνευσή τους. Η μέθοδος εφαρμόστηκε σε 110 εμπορικά προϊόντα και οδήγησε στον εντοπισμό 13 γνωστών ή νέων μη βρώσιμων ουσιών.
Οι ερευνητές εξηγούν ότι ως μη βρώσιμες ουσίες χαρακτηρίζονται χημικές ενώσεις που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στα τρόφιμα, δεν διαθέτουν διατροφική αξία και δεν είναι απαραίτητες για την παραγωγή ή επεξεργασία τους. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για φαρμακευτικές ουσίες που προστίθενται ώστε να δημιουργούν στον καταναλωτή την εντύπωση ότι το προϊόν έχει πραγματική θεραπευτική δράση. Τα προϊόντα που εξετάστηκαν περιλάμβαναν στερεά ροφήματα, υγρά ροφήματα, ζελέ, δισκία και πόσιμα διαλύματα τα οποία διαφημίζονταν ως προϊόντα για αδυνάτισμα, ενίσχυση του μεταβολισμού, βελτίωση της αντοχής, καλύτερο ύπνο, ενίσχυση της σεξουαλικής λειτουργίας ή υποστήριξη της υγείας γενικότερα.
Μία από τις συχνότερες κατηγορίες είναι τα φάρμακα για τη στυτική δυσλειτουργία. Στη μελέτη περιλαμβάνονται ουσίες όπως sildenafil, tadalafil, acetildenafil, homosildenafil, pseudovardenafil και άλλα συγγενικά παράγωγα. Οι ουσίες αυτές βρέθηκαν κυρίως σε δισκία και προϊόντα που υπόσχονταν αύξηση της αντοχής, καταπολέμηση της κόπωσης ή βελτίωση της σεξουαλικής απόδοσης. Η ακούσια κατανάλωσή τους μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης, πονοκέφαλο, ταχυκαρδία, ζάλη, διαταραχές όρασης και επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που λαμβάνουν καρδιοπαθείς.
Σημαντική παρουσία είχαν και οι ουσίες αδυνατίσματος. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκονται η phenolphthalein, η orlistat, η benfluorex, η rimonabant, καθώς και οι sennoside A, sennoside B και deacetylbisacodyl. Οι ερευνητές τις εντόπισαν κυρίως σε στερεά ροφήματα αδυνατίσματος και σε ζελέ που διαφημίζονταν ως προϊόντα απώλειας βάρους. Οι συγκεκριμένες ουσίες μπορεί να προκαλέσουν διάρροια, αφυδάτωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, γαστρεντερικά προβλήματα και καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Μια άλλη κατηγορία αφορά τα αντιδιαβητικά φάρμακα. Στη λίστα της μελέτης περιλαμβάνονται οι glibenclamide, gliclazide, glipizide, tolazamide και phenformin. Οι ουσίες αυτές προστίθενται συνήθως σε προϊόντα που ισχυρίζονται ότι συμβάλλουν στη ρύθμιση του σακχάρου ή στη βελτίωση του μεταβολισμού. Η λήψη τους χωρίς ιατρική παρακολούθηση μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία, με συμπτώματα όπως εφίδρωση, τρόμο, αδυναμία, σύγχυση, λιποθυμία και σε σοβαρές περιπτώσεις κώμα.
Στη βάση δεδομένων των ερευνητών περιλαμβάνονται επίσης αντιυπερτασικά φάρμακα όπως clonidine, atenolol, prazosin, nifedipine, reserpine, cilnidipine και candesartan cilexetil. Οι ουσίες αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν επικίνδυνη πτώση της αρτηριακής πίεσης, βραδυκαρδία, έντονη ζάλη και απώλεια αισθήσεων, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται από άτομα που ακολουθούν ήδη φαρμακευτική αγωγή για υπέρταση ή καρδιολογικά προβλήματα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η παρουσία ηρεμιστικών και υπνωτικών φαρμάκων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι diazepam, alprazolam, triazolam, lorazepam, nitrazepam, estazolam, zolpidem, secobarbital και amobarbital. Οι ουσίες αυτές μπορούν να προκαλέσουν υπνηλία, μειωμένη αντίληψη, διαταραχές μνήμης, εξάρτηση και αναπνευστική καταστολή, αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχημάτων και άλλων σοβαρών συμβάντων.
Ένα από τα πιο ασυνήθιστα ευρήματα της μελέτης ήταν η ανίχνευση atropine και scopolamine σε αλκοολούχο ποτό που διαφημιζόταν ως προϊόν ενίσχυσης της ανοσίας και αντιμετώπισης της κόπωσης. Πρόκειται για ουσίες που επηρεάζουν το νευρικό σύστημα και μπορούν να προκαλέσουν ξηροστομία, ταχυκαρδία, σύγχυση, διαταραχές συνείδησης και παραισθήσεις.
Πέρα από τα φαρμακευτικά σκευάσματα, η μελέτη υπενθυμίζει ότι στην κατηγορία των μη βρώσιμων ουσιών ανήκουν και βιομηχανικά χημικά όπως η μελαμίνη, το πράσινο του μαλαχίτη και οι χρωστικές Sudan. Οι ουσίες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς σε περιπτώσεις νοθείας τροφίμων για την αλλοίωση ποιοτικών χαρακτηριστικών ή της εμφάνισης των προϊόντων και έχουν συνδεθεί με τοξικές επιδράσεις σε ζωτικά όργανα όπως οι νεφροί και το ήπαρ.
Από τα 110 δείγματα που αναλύθηκαν, οι ερευνητές εντόπισαν μη βρώσιμες ουσίες σε ποσοστό 11,8%. Τα θετικά δείγματα αφορούσαν στερεά ροφήματα, υγρά ροφήματα, ζελέ και δισκία, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία προϊόντων αλλά μπορεί να αφορά ευρύ φάσμα τροφίμων και συμπληρωμάτων που κυκλοφορούν στην αγορά με υποσχέσεις για συγκεκριμένα οφέλη στην υγεία.