Κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, ευρωπαϊκά όρια και κρίσιμα σημεία ελέγχου από το χωράφι έως το τελικό προϊόν
Η πατουλίνη είναι μυκοτοξίνη που παράγεται κυρίως από μύκητες όπως το Penicillium expansum και συνδέεται άμεσα με τη σήψη των μήλων. Η παρουσία της σε χυμούς μήλου αποτελεί σοβαρό ζήτημα ασφάλειας τροφίμων, γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει ειδική σύσταση (Ε(2003) 2866]) για τη μείωση της μόλυνσης από πατουλίνη στον χυμό μήλου και στα προϊόντα που περιέχουν χυμό μήλου. Η σύσταση αυτή βασίζεται σε αξιολόγηση της έκθεσης του πληθυσμού και στην αναγνώριση ότι, παρότι υπάρχουν ανώτατα όρια, πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για περαιτέρω μείωση της πατουλίνης, ιδίως για την προστασία των παιδιών.
Η επικινδυνότητα της πατουλίνης έχει επιβεβαιωθεί και στην πράξη μέσω επαναλαμβανόμενων ανακλήσεων προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Τον Δεκέμβριο του 2025 ανακοινώθηκε η υποχρεωτική ανάκληση πολλών χυμών της Rueter Fruchtsaft σε έξι διαφορετικές γεύσεις λόγω υπέρβασης των επιτρεπόμενων επιπέδων πατουλίνης, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα του κινδύνου. Αντίστοιχα περιστατικά έχουν καταγραφεί και τους προηγούμενους μήνες, όπως επείγουσες ανακλήσεις χυμών μήλου και smoothies από μεγάλες αλυσίδες λιανικής, με ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος RASFF και χαρακτηρισμό του κινδύνου ως σοβαρού. Τα περιστατικά αυτά δείχνουν ότι η πατουλίνη αποτελεί επαναλαμβανόμενο κίνδυνο όταν δεν εφαρμόζονται αυστηρά οι προβλεπόμενες πρακτικές.
Σύμφωνα με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μείωση της πατουλίνης στους χυμούς μήλου απαιτεί εφαρμογή ορθών γεωργικών και μεταποιητικών πρακτικών σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Η επιλογή της πρώτης ύλης είναι κρίσιμη, καθώς μήλα με σήψη, μούχλα, τραυματισμούς ή εκτεθειμένη σάρκα πρέπει να απορρίπτονται πριν τη μεταποίηση. Η απλή απομάκρυνση του ορατής μούχλας δεν επαρκεί, επειδή η πατουλίνη μπορεί να έχει ήδη διαχυθεί στον φαινομενικά υγιή ιστό. Η σωστή συγκομιδή, η αποφυγή συλλογής καρπών που έχουν πέσει στο έδαφος και ο περιορισμός των χτυπημάτων μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο σχηματισμού της τοξίνης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από την Επιτροπή στις συνθήκες αποθήκευσης. Η γρήγορη ψύξη των μήλων, η διατήρησή τους σε χαμηλές θερμοκρασίες και, όπου είναι δυνατόν, σε ελεγχόμενη ατμόσφαιρα, περιορίζουν την ανάπτυξη των μυκήτων που παράγουν πατουλίνη. Η παρατεταμένη αποθήκευση καρπών χαμηλής ποιότητας αυξάνει τον κίνδυνο και πρέπει να αποφεύγεται, ενώ η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων σήψης και η άμεση απομάκρυνση προβληματικών παρτίδων θεωρούνται αναγκαία διορθωτικά μέτρα.
Στο στάδιο της μεταποίησης, η σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τονίζει ότι η προσεκτική διαλογή πριν από την έκθλιψη, η καλή πλύση των καρπών, η αυστηρή υγιεινή του εξοπλισμού και οι συστηματικοί εργαστηριακοί έλεγχοι του χυμού είναι απαραίτητοι. Η θερμική επεξεργασία από μόνη της δεν αρκεί για την εξάλειψη της πατουλίνης, επομένως ο έλεγχος πρέπει να προηγείται. Ο χυμός πρέπει να διατίθεται για συσκευασία μόνο εφόσον τα επίπεδα πατουλίνης είναι κάτω από τα ανώτατα όρια*, με στόχο ακόμη χαμηλότερες τιμές, όπως ρητά επισημαίνεται στη σύσταση.
Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την πατουλίνη ως κίνδυνο που απαιτεί συνεχή διαχείριση και όχι αποσπασματικά μέτρα. Οι επαναλαμβανόμενες ανακλήσεις επιβεβαιώνουν ότι όταν οι συστάσεις αυτές δεν εφαρμόζονται πλήρως, το πρόβλημα μεταφέρεται άμεσα στον καταναλωτή, με σοβαρές συνέπειες για τη δημόσια υγεία και την αξιοπιστία των επιχειρήσεων τροφίμων.
*Σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις μυκοτοξίνες στα τρόφιμα, τα ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα πατουλίνης είναι τα εξής:
- Για χυμό μήλου και συμπυκνωμένο χυμό μήλου που διατίθεται ως τέτοιος ή χρησιμοποιείται ως συστατικό σε άλλα ποτά, το ανώτατο όριο είναι 50 μg/kg.
- Για στερεά προϊόντα μήλου, όπως πουρές μήλου, το όριο είναι επίσης 50 μg/kg.
- Για χυμούς μήλου, προϊόντα μήλου και ποτά που προορίζονται ειδικά για βρέφη και μικρά παιδιά, το όριο είναι αυστηρότερο και ανέρχεται σε 10 μg/kg.
Πέρα από τα νομικά αυτά όρια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκαθαρίσει μέσω σύστασης ότι, παρότι τα 50 μg/kg αποτελούν το μέγιστο αποδεκτό επίπεδο, η βιομηχανία οφείλει να στοχεύει σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, με ενδεικτικό στόχο τα 25 μg/kg για τους χυμούς μήλου. Αυτό δεν είναι νομικό όριο, αλλά σαφής κατεύθυνση πολιτικής ασφάλειας τροφίμων, ακριβώς επειδή η πατουλίνη αφορά κυρίως παιδιά και καταναλώνεται μέσω προϊόντων καθημερινής χρήσης. Στην πράξη, οποιαδήποτε υπέρβαση των παραπάνω ορίων οδηγεί σε μη συμμόρφωση, ενεργοποίηση των αρχών και, όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα, σε ανακλήσεις προϊόντων από την αγορά.