Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προχωρά σε μία από τις σημαντικότερες μέχρι σήμερα πρωτοβουλίες για τα λεγόμενα «παντοτινά χημικά» (PFAS), επιλέγοντας 18 ουσίες που θα αποτελέσουν προτεραιότητα για μελλοντική αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεών τους στην ανθρώπινη υγεία. Η επιλογή βασίστηκε κυρίως στη διατροφική έκθεση του πληθυσμού, καθώς τα PFAS μπορούν να φτάσουν στον άνθρωπο μέσω τροφίμων και πόσιμου νερού.
Τα PFAS είναι μια μεγάλη οικογένεια συνθετικών χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες σε βιομηχανικές εφαρμογές και καταναλωτικά προϊόντα, όπως αντικολλητικά σκεύη, αδιάβροχα υλικά, συσκευασίες τροφίμων και πυροσβεστικούς αφρούς. Ονομάζονται «παντοτινά χημικά» επειδή διασπώνται εξαιρετικά δύσκολα, παραμένουν στο περιβάλλον για πολλά χρόνια και μπορούν να συσσωρευτούν στον ανθρώπινο οργανισμό.
Γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες ουσίες
Η νέα πρωτοβουλία εντάσσεται στις προετοιμασίες του Κοινού Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων FAO/WHO για τα Πρόσθετα Τροφίμων (JECFA) και της ομάδας του ΠΟΥ που καταρτίζει τις κατευθυντήριες οδηγίες για την ποιότητα του πόσιμου νερού. Στόχος είναι να συγκεντρωθούν όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα για τις συγκεκριμένες ενώσεις PFAS και να αξιολογηθούν οι πιθανές επιπτώσεις τους στην υγεία. Οι αξιολογήσεις αναμένεται να αποτελέσουν τη βάση για νέες διεθνείς οδηγίες και τιμές αναφοράς μέσα στο 2027. Ο ΠΟΥ έχει ήδη απευθύνει δημόσια πρόσκληση σε ερευνητές, πανεπιστήμια και επιστημονικούς οργανισμούς να υποβάλουν στοιχεία σχετικά με τις επιλεγμένες ουσίες και έξι βασικές κατηγορίες επιπτώσεων στην υγεία, ώστε η αξιολόγηση να βασιστεί στο σύνολο των διαθέσιμων αποδείξεων.
Παρότι τα PFAS μπορούν να εισέλθουν στον οργανισμό από διάφορες πηγές, η διατροφή θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δρόμους έκθεσης. Οι ουσίες αυτές έχουν ανιχνευθεί σε ψάρια, θαλασσινά, αυγά, κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και σε τρόφιμα που έχουν έρθει σε επαφή με υλικά συσκευασίας που περιέχουν PFAS. Επιπλέον, μπορούν να περάσουν στα τρόφιμα μέσω μολυσμένου νερού ή εδάφους. Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι επιστημονικές ενδείξεις ότι ορισμένες ενώσεις PFAS ενδέχεται να σχετίζονται με διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξημένη χοληστερόλη, προβλήματα στον θυρεοειδή, ηπατικές διαταραχές, μειωμένη ανταπόκριση στα εμβόλια και αυξημένο κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου. Ωστόσο, για πολλές από τις χιλιάδες ενώσεις της οικογένειας PFAS εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά γνώσης.