Ανάκληση σουσαμιού μετά τον εντοπισμό υπολειμμάτων του απαγορευμένου εντομοκτόνου chlorpyrifos σε επίπεδα 6,6 φορές υψηλότερα από το επιτρεπόμενο όριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Στις 27 Μαΐου 2026 οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τρόφιμα και ζωοτροφές (RASFF) ειδοποίηση σοβαρού κινδύνου με αριθμό 2026.4661 για την ανίχνευση χλωρπυριφός (chlorpyrifos) σε σπόρους σουσαμιού. Η κοινοποίηση βασίστηκε σε έλεγχο που πραγματοποίησε η ίδια η επιχείρηση και καταχωρήθηκε ως προειδοποιητική ειδοποίηση (alert notification), ενώ η προέλευση του προϊόντος δεν είχε προσδιοριστεί κατά τη δημοσίευση της ειδοποίησης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σε ελληνικά καταστήματα επικίνδυνο πιπέρι με 9 απαγορευμένα και τοξικά φυτοφάρμακα – Συναγερμός RASFF – Mάρκα και φωτογραφία
Οι εργαστηριακές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 12 Μαΐου 2026 κατέγραψαν συγκέντρωση χλωρπυριφός 0,066 mg/kg, όταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για το συγκεκριμένο φυτοφάρμακο είναι 0,01 mg/kg. Η μετρούμενη τιμή αντιστοιχεί σε υπέρβαση κατά 6,6 φορές του νόμιμου ορίου και η αξιολόγηση κινδύνου χαρακτηρίστηκε ως «σοβαρή».
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Επιστημονική κομεντί “ΤΑΣΟΣ & ΜΑΙΡΗ”: Μια παγκόσμια πρωτοτυπία του Cibum στην ασφάλεια τροφίμων με πρωταγωνιστές δύο puppets!
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η άνοδος της θερμοκρασίας «οπλίζει» τα βακτήρια της σαλμονέλας να αντέχουν τα αντιβιοτικά – Έρευνα
Η υπόθεση συνδέεται με το προϊόν MELANGE 3 SESAMES 6kg της εταιρείας DISGROUP, το οποίο διατέθηκε στη γαλλική αγορά από τις 29 Ιανουαρίου έως τις 19 Μαΐου 2026. Πρόκειται για μείγμα τριών τύπων σουσαμιού σε συσκευασία 6 κιλών με κωδικό GTIN 3700798009373 και παρτίδα 0002338389. Η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας του προϊόντος είναι η 19η Ιανουαρίου 2027. Η διανομή πραγματοποιήθηκε σε ολόκληρη τη Γαλλία μέσω του δικτύου της DISGROUP.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ευρωπαϊκός συναγερμός για πίτσα μετά από καταγγελία καταναλωτή – Πωλείται σε μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | H οικιακή συσκευή που απελευθερώνει σχεδόν 3 δισεκατομμύρια πλαστικά σωματίδια σε κάθε φλιτζάνι – Μελέτη
Η χλωρπυριφός είναι οργανοφωσφορικό εντομοκτόνο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες για την αντιμετώπιση εντόμων σε καλλιέργειες φρούτων, λαχανικών, δημητριακών, ελαιούχων σπόρων και άλλων γεωργικών προϊόντων. Η ουσία αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένων επιστημονικών αξιολογήσεων κατά την προηγούμενη δεκαετία, καθώς πλήθος μελετών εξέτασε τις πιθανές επιπτώσεις της στην ανθρώπινη υγεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα δεδομένα που αφορούσαν την έκθεση εγκύων γυναικών και παιδιών, καθώς εντοπίστηκαν ενδείξεις συσχέτισης με διαταραχές της νευροαναπτυξιακής διαδικασίας. Οι επιστημονικές αβεβαιότητες σχετικά με την ασφάλεια της ουσίας οδήγησαν σε αυστηρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες του εργοστασίου μετά την ανάκληση μολυσμένου προϊόντος σολομού
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε την πλήρη απαγόρευση της συγκεκριμένης δραστικής ουσίας (καθώς και του συγγενικού chlorpyrifos-methyl) στις αρχές του 2020 (με τον Κανονισμό ΕΕ 2020/18). Έκτοτε, έχει ανακληθεί η έγκριση όλων των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που το περιέχουν, και το ανώτατο όριο υπολειμμάτων (MRL) στα τρόφιμα έχει οριστεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο αναλυτικού προσδιορισμού (στο όριο ανίχνευσης). Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ουσία αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Πιο συγκεκριμένα:
- Νευροτοξικότητα: Υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές ενδείξεις ότι επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου στα έμβρυα και στα μικρά παιδιά (συνδέεται με μείωση του IQ, διαταραχές μνήμης και ελλειμματική προσοχή).
- Γονιδιοτοξικότητα: Δεν μπόρεσε να αποκλειστεί η πιθανότητα να προκαλεί βλάβες στο DNA, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο έκθεσης για τον άνθρωπο.
Παρά την απαγόρευση, το chlorpyrifos εξακολουθεί να χρησιμοποιείται νόμιμα σε τρίτες χώρες εκτός ΕΕ (π.χ. σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής). Για τον λόγο αυτό, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ταχείας Ειδοποίησης για τα Τρόφιμα (RASFF) εντοπίζει συχνά υπολείμματα της ουσίας σε εισαγόμενα προϊόντα (όπως φρούτα, λαχανικά ή ξηρούς καρπούς), τα οποία δεσμεύονται ή απορρίπτονται στα σύνορα της ΕΕ και της Ελλάδας ώστε να μην φτάσουν στους καταναλωτές.
Μετά την απόσυρση της έγκρισης, τα επιτρεπόμενα κατάλοιπα χλωρπυριφός στα τρόφιμα μειώθηκαν στα χαμηλότερα επίπεδα που μπορούν να ανιχνευθούν και να ποσοτικοποιηθούν αξιόπιστα από τα εργαστήρια. Για πολλά προϊόντα, μεταξύ αυτών και οι σπόροι σουσαμιού, το όριο έχει οριστεί στα 0,01 mg/kg. Η ανίχνευση συγκεντρώσεων υψηλότερων από αυτό το επίπεδο θεωρείται μη συμμορφούμενη με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παρουσία χλωρπυριφός σε σπόρους σουσαμιού μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες κατά την αλυσίδα παραγωγής και εμπορίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χρήση της ουσίας σε τρίτες χώρες όπου εξακολουθεί να επιτρέπεται, η επιμόλυνση κατά την αποθήκευση ή μεταφορά, η ανεπαρκής ιχνηλασιμότητα πρώτων υλών, η ανάμειξη παρτίδων διαφορετικής προέλευσης και η μη αποτελεσματική εφαρμογή συστημάτων ελέγχου καταλοίπων από προμηθευτές και εισαγωγείς.
Η έκθεση των καταναλωτών σε χλωρπυριφός μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με την ποσότητα, τη διάρκεια και τη συχνότητα έκθεσης. Σε περιπτώσεις υψηλής έκθεσης έχουν περιγραφεί συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, αυξημένη εφίδρωση, πονοκέφαλος, ζάλη, θολή όραση, μυϊκές συσπάσεις και αναπνευστικές δυσκολίες. Η μακροχρόνια έκθεση σε χαμηλότερα επίπεδα αποτελεί το αντικείμενο των επιστημονικών ανησυχιών που οδήγησαν στις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις της ουσίας.
Οι καταναλωτές μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο έκθεσης σε υπολείμματα μη εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων ελέγχοντας τακτικά τις ανακλήσεις προϊόντων που δημοσιεύονται από τις αρμόδιες αρχές, διατηρώντας τις αποδείξεις αγοράς όταν πρόκειται για προϊόντα μεγάλης διάρκειας ζωής, δίνοντας προσοχή στους αριθμούς παρτίδας και στις ημερομηνίες ελάχιστης διατηρησιμότητας και ακολουθώντας τις οδηγίες που εκδίδονται κατά τη διάρκεια μιας ανάκλησης. Σε περίπτωση κατοχής του συγκεκριμένου προϊόντος, η σύσταση των γαλλικών αρχών είναι η άμεση διακοπή κατανάλωσης και χρήσης του.