Η ασφάλεια του βρεφικού γάλακτος σε σκόνη βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο στις ΗΠΑ, μετά τα πρόσφατα περιστατικά βρεφικής αλλαντίασης που συνδέθηκαν με προϊόντα βρεφικής διατροφής. Νέα έκθεση του Reagan-Udall Foundation for the FDA καταγράφει 22 προτάσεις για τον εντοπισμό και τον περιορισμό του Κλωστηρίδιου της αλλαντίασης (Clostridium botulinum), του βακτηρίου που μπορεί να παράγει την εξαιρετικά ισχυρή αλλαντική νευροτοξίνη. Η έκθεση βασίζεται σε στρογγυλή τράπεζα ειδικών που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2026 και εξέτασε τα ευρήματα από πρόσφατες ανακλήσεις και τις τελευταίες επιστημονικές γνώσεις γύρω από την παρουσία του μικροοργανισμού στο βρεφικό γάλα. Η ανάγκη για αλλαγές προέκυψε μετά από δύο διαδοχικές επιδημίες βρεφικής αλλαντίασης στις ΗΠΑ, με το ξέσπασμα που συνδέθηκε με το βρεφικό γάλα ByHeart να έχει οδηγήσει σε 48 νοσηλείες βρεφών σε 17 πολιτείες. Η διερεύνηση εντόπισε C. botulinum σε συστατικό γάλακτος σε σκόνη, ενώ η ανάλυση ολόκληρου του γονιδιώματος έδειξε αντιστοίχιση στελεχών από δείγματα του συστατικού με κλινικό δείγμα και θετικό δείγμα τελικού προϊόντος.
Τα σημερινά τεστ μπορεί να μην αρκούν
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει η νέα έκθεση αφορά τον τρόπο με τον οποίο ελέγχεται σήμερα η πιθανή παρουσία σπορίων του βακτηρίου. Δεδομένα που περιλαμβάνονται στην έκθεση δείχνουν ότι σε περίπου 4.675 δείγματα που εξετάστηκαν με ειδική μέθοδο ανίχνευσης εντοπίστηκαν εννέα θετικά αποτελέσματα, ενώ τα θετικά δείγματα είχαν προηγουμένως δώσει πολύ χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες τιμές στις συμβατικές εξετάσεις για θειοαναγωγικά κλωστρίδια. Αυτό σημαίνει ότι χαμηλά επίπεδα σπορίων μπορεί να παραμένουν κάτω από τα όρια ανίχνευσης των παραδοσιακών ελέγχων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν κίνδυνο για ένα βρέφος. Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή η μόλυνση σε πρώτες ύλες και σκόνες δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα σε ένα συγκεκριμένο δείγμα επομένως δεν εγγυάται από μόνο του ότι ολόκληρη η παρτίδα ή η συνολική ποσότητα του προϊόντος είναι απαλλαγμένη από το βακτήριο. Παράλληλα, οι ειδικές αναλύσεις για το C. botulinum είναι τεχνικά απαιτητικές και σήμερα μπορούν να πραγματοποιηθούν από περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένων εργαστηρίων.
Η έκθεση ζητά για τον λόγο αυτό την ανάπτυξη και επικύρωση τυποποιημένων και κατάλληλων για τον σκοπό τους μεθόδων ανίχνευσης, αλλά και τον καθορισμό κοινών ορίων και διαδικασιών ελέγχου. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται επίσης η δημιουργία δεδομένων για την πραγματική συχνότητα εμφάνισης των σπορίων στις πρώτες ύλες και στην αλυσίδα εφοδιασμού, η αξιοποίηση τρίτου φορέα για την ανώνυμη συγκέντρωση δεδομένων από τις επιχειρήσεις και η επικύρωση τεχνολογιών που θα μπορούσαν να μειώσουν ή να απομακρύνουν τα σπόρια από τις πρώτες ύλες.
Οι 22 προτάσεις και το κενό της υποχρεωτικότητας
Οι προτάσεις καλύπτουν την έρευνα, την ανταλλαγή δεδομένων, την πρόληψη, τις μεθόδους ελέγχου και τη συνεργασία με τις αμερικανικές αρχές, με στόχο να δημιουργηθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του τρόπου με τον οποίο το C. botulinum μπορεί να εισέρχεται στην αλυσίδα παραγωγής. Προβλέπεται επίσης στενότερη συνεργασία της βιομηχανίας με την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) και το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA), καθώς και νέα συνάντηση με τη γαλακτοβιομηχανία.
Ωστόσο, οι 22 προτάσεις δεν αποτελούν νέους υποχρεωτικούς κανόνες για τις επιχειρήσεις. Η έκθεση λειτουργεί ως πλαίσιο για περαιτέρω έρευνα, τυποποίηση των ελέγχων και συνεργασία μεταξύ βιομηχανίας και αρχών. Το στοιχείο αυτό έχει προκαλέσει κριτική, καθώς ειδικοί στην ασφάλεια τροφίμων υποστηρίζουν ότι τα πρόσφατα περιστατικά έχουν ήδη δείξει πως το C. botulinum πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προβλέψιμος κίνδυνος στην παραγωγή βρεφικού γάλακτος και ότι απαιτούνται συγκεκριμένα προληπτικά μέτρα και όχι μόνο πρόσθετη έρευνα.
Τον Ιούνιο του 2026, ειδικοί του FAO και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας εισηγήθηκαν την επικαιροποίηση των διεθνών οδηγιών του Codex για το γάλα σε σκόνη, ώστε να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη τα κλωστρίδια που παράγουν αλλαντική νευροτοξίνη. Οι συστάσεις περιλαμβάνουν αυστηρότερη διαχείριση κινδύνου στους προμηθευτές, ειδικό έλεγχο των εγκαταστάσεων και μέτρα ήδη από την παραγωγή των γαλακτοκομικών πρώτων υλών. Η νέα έκθεση προτείνει επίσης μελέτη βάσης για την παρουσία σπορίων στις φάρμες, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στα τελικά προϊόντα, καθώς και επικύρωση νέων τεχνολογιών πρόληψης. Το ζητούμενο είναι να εντοπιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια πού μπορεί να εμφανιστεί η μόλυνση και γιατί οι υφιστάμενοι έλεγχοι δεν την εντοπίζουν πάντοτε πριν το προϊόν φτάσει στην αγορά.