Η τελική ολοκλήρωση της συμφωνίας εξακολουθεί να εξαρτάται από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την έναρξη της προσωρινής εφαρμογής της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur, παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη παραπέμψει τη συμφωνία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έλεγχο της νομικής της βάσης.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η Ουρουγουάη και η Αργεντινή έγιναν οι πρώτες χώρες της Mercosur που επικύρωσαν τη συμφωνία, ενώ η Βραζιλία και η Παραγουάη αναμένεται να προχωρήσουν σύντομα στην ίδια διαδικασία. Σύμφωνα με την ίδια, η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την εμπιστοσύνη των εταίρων της ΕΕ και την πρόθεσή τους να προχωρήσει η υλοποίηση της συμφωνίας.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur — που αφορά τις χώρες Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη — εκτιμάται ότι δημιουργεί μια ενιαία αγορά περίπου 720 εκατομμυρίων καταναλωτών. Προβλέπει σημαντικές μειώσεις δασμών, ενίσχυση των εμπορικών ροών και νέες δυνατότητες πρόσβασης για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες, ενώ η Κομισιόν τη θεωρεί στρατηγικό πλεονέκτημα για την Ευρώπη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
Η πρόεδρος της Επιτροπής υπογράμμισε ότι η «προσωρινή εφαρμογή» έχει περιορισμένο και μεταβατικό χαρακτήρα. Βάσει των Συνθηκών της ΕΕ, η συμφωνία μπορεί να τεθεί πλήρως σε ισχύ μόνο μετά τη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Επιτροπή, όπως ανέφερε, θα συνεχίσει τη συνεργασία με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, τα κράτη-μέλη και τους εμπλεκόμενους φορείς ώστε η διαδικασία να εξελιχθεί με διαφάνεια.
Ωστόσο, στις 12 Ιανουαρίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να «παγώσει» την εμπορική συμφωνία, παραπέμποντάς την στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να κριθεί αν η νομική της βάση είναι ορθή. Η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία: 334 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 324 κατά, ενώ καταγράφηκαν 10 αποχές. Η τελική ολοκλήρωση της συμφωνίας εξακολουθεί να εξαρτάται από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης.