Η καθυστέρηση στην τεκνοποίηση στο επίκεντρο της παρέμβασης του γενικού γραμματέα της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής κατά τη διάρκεια ημερίδας για το δημογραφικό πρόβλημα στη Χίο
Το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν η Χίος, τα Ψαρά και οι Οινούσσες βρέθηκε στο επίκεντρο ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου με θέμα «Το Δημογραφικό Πρόβλημα στην Ελλάδα: Χίος, Ψαρά, Οινούσσες: τα νησιά-σύνορα που δοκιμάζονται από το δημογραφικό». Τη διοργάνωση ανέλαβαν το Ithaca Demographic Forum, το Ελληνικό Διαδημοτικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων και η Ελληνική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής, υπό την αιγίδα του Δήμου Χίου.
Κεντρικό θέμα της ημερίδας αποτέλεσαν η υπογεννητικότητα, η γήρανση του πληθυσμού, η εγκατάλειψη της περιφέρειας και οι επιπτώσεις που καταγράφονται στα ακριτικά νησιά, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της επιστημονικής κοινότητας, της αυτοδιοίκησης και της πολιτείας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη ενημέρωσης των νέων για τη γονιμότητα και στον καθοριστικό ρόλο της πρόληψης, μέσα από την παρέμβαση του γενικού γραμματέα της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής, Κωνσταντίνου Πάντου. Όπως επισήμανε, η συνεχής αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης περιορίζει σημαντικά τις πιθανότητες απόκτησης δεύτερου ή τρίτου παιδιού, καθώς ολοένα περισσότερες γυναίκες και ζευγάρια επιχειρούν να αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί μετά την ηλικία των 40 ετών.
Ο κ. Πάντος υπογράμμισε ότι ο αναπαραγωγικός χρόνος δεν είναι ανεξάντλητος και τόνισε πως η έγκαιρη ενημέρωση αποτελεί βασικό εργαλείο πρόληψης. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της εξέτασης της αντιμυλλέριου ορμόνης (ΑΜΗ), επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια απλή εξέταση που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη γονιμότητα και να βοηθήσει στον καλύτερο οικογενειακό προγραμματισμό.
Στην έναρξη της ημερίδας, ο δημογράφος Βύρων Κοτζαμάνης περιέγραψε τη Χίο ως «μικρογραφία της Ελλάδας», σημειώνοντας ότι σε πολλές περιοχές της περιφέρειας δεν μειώνονται μόνο οι γεννήσεις, αλλά έχουν περιοριστεί δραματικά ακόμη και τα ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας. Όπως ανέφερε, στη χώρα αντιστοιχούσαν το 2024 περίπου 185 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, ενώ στη Χίο η συγκέντρωση του πληθυσμού στον κεντρικό δήμο συνυπάρχει με τη δημογραφική συρρίκνωση των απομακρυσμένων περιοχών.
Ο δήμαρχος Χίου Γιάννης Μαλαφής έκανε λόγο για αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού της περιφέρειας και υποστήριξε ότι απαιτούνται πολιτικές που θα εξασφαλίσουν ισόρροπη ανάπτυξη σε ολόκληρο το νησί. Από την πλευρά του, ο βουλευτής Χίου της Νέας Δημοκρατίας Νότης Μηταράκης στάθηκε στις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που επηρεάζουν τις αποφάσεις των νέων ανθρώπων για τη δημιουργία οικογένειας και την επιλογή τόπου κατοικίας, ενώ ο βουλευτής Χίου του ΠΑΣΟΚ Σταύρος Μιχαηλίδης ζήτησε περισσότερες και αποτελεσματικότερες πολιτικές για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.
Ο αντιδήμαρχος Χίου και πρόεδρος των Τριτέκνων του νησιού, Αργύρης Γιαμάς, παρουσίασε στοιχεία για τη συνεχή μείωση του πληθυσμού, σημειώνοντας ότι η Χίος αριθμεί σήμερα 50.361 κατοίκους, ενώ στις Οινούσσες και τα Ψαρά καταγράφονται 911 και 420 κάτοικοι αντίστοιχα. Παρουσίασε επίσης προβλέψεις για μείωση κατά 19,38% του αριθμού των παιδιών στα νηπιαγωγεία της Χίου έως το σχολικό έτος 2026-2027.
Ο πρόεδρος του Ελληνικού Διαδημοτικού Δικτύου Υγιών Πόλεων και πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Γιώργος Πατούλης, παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα μειώθηκε από 2,4 γεννήσεις ανά γυναίκα το 1970 σε 1,24 το 2024, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις που έχει η υπογεννητικότητα στη δημογραφική σύνθεση, στην παραγωγική βάση και στα ασφαλιστικά συστήματα της χώρας.
Στην ημερίδα παρενέβη με βιντεοσκοπημένο μήνυμα η υφυπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Έλενα Ράπτη, ενώ συμμετείχαν ακόμη ο γυναικολόγος Κωνσταντίνος Σφακιανούδης, η πρόεδρος του Ithaca Demographic Forum Ζωή Ηλιοδρομίτη, ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής Μιχάλης Κουτσιλιέρης, ο ομότιμος καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας του ΕΚΠΑ Γεώργιος Κρεατσάς και η κλινική εμβρυολόγος Θεοδώρα Γρίβα, οι οποίοι ανέπτυξαν διαφορετικές πτυχές του δημογραφικού ζητήματος, της γονιμότητας, της γήρανσης του πληθυσμού και της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.