Με υπερδιπλάσιο αριθμό καταγγελιών βρίσκεται αντιμέτωπη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα το 2026, γεγονός που αυξάνει αισθητά τον χρόνο εξέτασης των υποθέσεων. Στο πρώτο οκτάμηνο του έτους υποβλήθηκαν 2.611 καταγγελίες, έναντι 1.227 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, δηλαδή αύξηση 113%. Σε σύγκριση με το πρώτο οκτάμηνο του 2022, η αύξηση φτάνει το 199%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αρχής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για τη σύνταξη καταγγελιών, η οποία έχει αυξηθεί σημαντικά. Η Αρχή αναγνωρίζει ότι τέτοια εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν στην οργάνωση και τη διατύπωση ενός κειμένου, προειδοποιεί όμως ότι εκτενή κείμενα, ανακριβείς πληροφορίες, αμφίβολα νομικά επιχειρήματα και «παραισθήσεις» της AI μπορούν να δυσκολέψουν την αξιολόγηση και να απομακρύνουν την εξέταση από το πραγματικό αντικείμενο της υπόθεσης.
Η Αρχή συνιστά στους πολίτες να περιγράφουν με σαφήνεια και συντομία τα πραγματικά περιστατικά και να αποφεύγουν περιττά έγγραφα ή επαναλαμβανόμενα αιτήματα ενημέρωσης. Όπως εξηγεί, οι ογκώδεις φάκελοι και οι συνεχείς επικοινωνίες για την πορεία μιας καταγγελίας προσθέτουν υλικό που πρέπει να επεξεργαστεί το προσωπικό. Παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν μπορεί κάθε διαφορά να αντιμετωπίζεται μέσω της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα, όταν εφαρμόζονται ειδικότερες διατάξεις.
Οι καθυστερήσεις αποδίδονται στον αυξημένο αριθμό και την πολυπλοκότητα των νέων υποθέσεων, στις εκκρεμότητες προηγούμενων ετών και στον περιορισμένο αριθμό ειδικών επιστημόνων. Η εξέταση μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες και, ανάλογα με τη φύση μιας υπόθεσης, ακόμη περισσότερο. Η Αρχή αναφέρει ότι προσπαθεί να τηρεί τις νόμιμες προθεσμίες όπου προβλέπονται και να ενημερώνει τους καταγγέλλοντες, χωρίς να θεωρεί εφικτή τη γρήγορη ολοκλήρωση όλων των φακέλων.
Βελτίωση στους χρόνους εξέτασης αναμένεται μετά την ολοκλήρωση των προσλήψεων πρόσθετου προσωπικού, για τις οποίες έχουν εγκριθεί θέσεις από το 2025. Η Αρχή εκτιμά ότι αισθητή αλλαγή για το σύνολο των υποθέσεων δεν μπορεί να υπάρξει πριν περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος. Μέχρι τότε θα συνεχίσει να θέτει προτεραιότητες, εξετάζοντας κατά προτεραιότητα ζητήματα που αφορούν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες ή μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά δικαιώματα και ελευθερίες πολιτών.