Οι εμπορικές εντάσεις ανάμεσα στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεταφερθεί πλέον στην καθημερινότητα των καναδικών σούπερ μάρκετ, με τη χώρα προέλευσης να αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές. Η ενίσχυση του κινήματος «Buy Canadian», που ξεκίνησε μετά την επιβολή αμερικανικών δασμών στα καναδικά προϊόντα και εντάθηκε μετά την κατάρρευση των πρόσφατων εμπορικών συνομιλιών, έχει οδηγήσει αρκετούς καταναλωτές να αποφεύγουν αμερικανικά προϊόντα και να αναζητούν καναδικές εναλλακτικές. Η αλλαγή αυτή έχει υποχρεώσει τους λιανέμπορους να κάνουν πιο εμφανή την προέλευση των τροφίμων στα ράφια και ταυτόχρονα να αναζητούν νέες πηγές εφοδιασμού.
Στην πράξη, η πίεση είναι ιδιαίτερα εμφανής στα φρέσκα προϊόντα. Η ανεξάρτητη αλυσίδα Vince’s Market στο Οντάριο διαθέτει πλέον περίπου 90% καναδικά προϊόντα στα τμήματα φρούτων και λαχανικών, ενώ έχει αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, αμερικανικές φράουλες με προϊόντα από το Κεμπέκ. Ο πρόεδρός της, Giancarlo Trimarchi, δήλωσε ότι η επιχείρηση δέχεται πλέον αντιδράσεις από πελάτες που εντοπίζουν αμερικανικά προϊόντα στα καταστήματα. Για τους λιανέμπορους, η απόφαση αγοράς δεν αφορά πια μόνο την τιμή και την ποιότητα, αλλά και την προέλευση, γεγονός που αυξάνει την πολυπλοκότητα των επιλογών προμήθειας.
Ακόμη και οι μεγαλύτερες αλυσίδες προσαρμόζονται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η Loblaw, η μεγαλύτερη εταιρεία λιανικής τροφίμων του Καναδά, επανέφερε τον Αύγουστο μεγάλες σημάνσεις με το φύλλο σφενδάμου στα τμήματα φρέσκων προϊόντων, ώστε να γίνεται πιο εύκολο για τους πελάτες να αναγνωρίζουν τα καναδικά τρόφιμα, ενώ επανέφερε και ειδική ένδειξη για προϊόντα που επηρεάζονται από τους δασμούς. Η Metro, τρίτη μεγαλύτερη αλυσίδα της χώρας, έχει επίσης δηλώσει ότι θα συνεχίσει να δίνει προτεραιότητα στα καναδικά προϊόντα.
Η στροφή δεν σημαίνει ότι ο Καναδάς μπορεί να σταματήσει να εισάγει τρόφιμα από τις ΗΠΑ. Η χώρα είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος εισαγωγέας φρέσκων λαχανικών παγκοσμίως σε αξία και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο προμηθευτή της. Παρ’ όλα αυτά, το μερίδιο των αμερικανικών εισαγωγών λαχανικών στον Καναδά μειώθηκε στο 62,6% τον Ιούλιο του 2026, από 69% τον ίδιο μήνα του 2023. Στα φρούτα, πάνω από το μισό των καναδικών εισαγωγών εξακολουθεί να προέρχεται από τις ΗΠΑ, γεγονός που δείχνει ότι η εξάρτηση παραμένει σημαντική, ακόμη και καθώς οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές. Οι νέες εμπορικές διαδρομές έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται στα ράφια. Επιχειρήσεις λιανικής στρέφονται περισσότερο σε προμηθευτές από την Ισπανία, τη Νότια Αφρική, τη Βραζιλία και την Ονδούρα, ενώ προϊόντα από το Μαρόκο έχουν επίσης πάρει τη θέση αμερικανικών προϊόντων. Για ορισμένους λιανέμπορους, η αλλαγή δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως προσωρινή αντίδραση στους δασμούς. Η δημιουργία περισσότερων εναλλακτικών προμηθευτών προσφέρει μεγαλύτερη διαφοροποίηση και μειώνει τον κίνδυνο να εξαρτάται η διαθεσιμότητα ενός προϊόντος από μία μόνο αγορά.
Ωστόσο, οι σκληροί χειμώνες του Καναδά περιορίζουν την εγχώρια παραγωγή πολλών φρούτων και λαχανικών και καθιστούν αναγκαίες τις εισαγωγές, ιδιαίτερα σε περιόδους που η τοπική παραγωγή δεν επαρκεί. Επιπλέον, οι διαφορετικοί κανονισμοί μεταξύ των καναδικών επαρχιών δυσκολεύουν τη μεταφορά τροφίμων στο εσωτερικό της χώρας, γεγονός που επί χρόνια ενίσχυε την εξάρτηση των λιανεμπόρων από προμηθευτές στις ΗΠΑ.
Η προσπάθεια για περισσότερα τρόφιμα «Made in Canada»
Η εμπορική κρίση συναντά μια ευρύτερη προσπάθεια της καναδικής κυβέρνησης να περιορίσει τις ευπάθειες του εγχώριου συστήματος τροφίμων. Η Εθνική Στρατηγική Επισιτιστικής Ασφάλειας, που παρουσιάστηκε το 2026, προβλέπει περισσότερα από 3 δισ. καναδικά δολάρια σε επενδύσεις και θέτει ως στόχο να αυξηθεί η παραγωγή, η επεξεργασία και η διακίνηση τροφίμων μέσα στη χώρα. Η στρατηγική αναγνωρίζει ότι οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν πάνω από το 61% των καναδικών εξαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων και περισσότερο από το ήμισυ των εισαγωγών, γεγονός που καθιστά την καναδική αγορά ευάλωτη σε δασμούς και άλλες εξωτερικές αναταράξεις. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η κυβέρνηση έχει προβλέψει 750 εκατ. καναδικά δολάρια σε διάστημα επτά ετών για την ανάπτυξη της γεωργίας ελεγχόμενου περιβάλλοντος, με επενδύσεις σε θερμοκήπια, κάθετες καλλιέργειες και άλλες κλειστές εγκαταστάσεις παραγωγής. Παράλληλα, η στρατηγική περιλαμβάνει χρηματοδοτικά εργαλεία για την επέκταση της μεταποίησης και μέτρα για να μειωθούν τα ρυθμιστικά εμπόδια που δυσκολεύουν τη διακίνηση καναδικών τροφίμων από τη μία επαρχία στην άλλη.