ΑρχικήΝέαΕξαγωγέςΕλληνικό ακτινίδιο: Πλώρη για την αγορά του Βιετνάμ από 1η Μαρτίου 2026

Ελληνικό ακτινίδιο: Πλώρη για την αγορά του Βιετνάμ από 1η Μαρτίου 2026

3 λεπτά ανάγνωσης

Η Ελλάδα διπλασίασε την παραγωγή ακτινιδίου τη δεκαετία 2014–2024 και ξεκινά εξαγωγές σε νέα δυναμική ασιατική αγορά

Το ελληνικό ακτινίδιο εδραιώνει τη θέση του ως ένα από τα πιο σημαντικά εξαγώγιμα φρούτα της χώρας, με παραγωγή που έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία και νέες αγορές, όπως το Βιετνάμ, να ανοίγονται για το προϊόν. Τα στατιστικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την ανοδική πορεία τόσο της παραγωγής όσο και της διεθνούς παρουσίας του ελληνικού ακτινιδίου, υπογραμμίζοντας τη σημασία του για τον αγροδιατροφικό τομέα.

- Advertisement -

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η παραγωγή ακτινιδίου στην Ελλάδα αυξήθηκε από 171.719 τόνους το 2014 σε 341.998 τόνους το 2024, σημειώνοντας αύξηση 100% μέσα σε δέκα χρόνια. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σε νέες φυτεύσεις, βελτιωμένες καλλιεργητικές πρακτικές και οργανωμένη παραγωγή σε περιοχές με παράδοση στο προϊόν.

Η Βόρεια Ελλάδα παραμένει ο πυρήνας της παραγωγής: από το 2014 έως το 2024, η Κεντρική Μακεδονία παρήγαγε 1.402.269 τόνους, η Ήπειρος 720.800 τόνους και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 697.501 τόνους. Οι Περιφέρειες αυτές έχουν επενδύσει σε σύγχρονες υποδομές, τυποποίηση και ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής.

- Advertisement -

Ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «το ακτινίδιο έχει γίνει ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά της ελληνικής παραγωγής νωπών φρούτων, με σχεδόν διπλασιασμό της παραγωγής την τελευταία δεκαετία και σταθερή βάση σε Περιφέρειες που επενδύουν στην ποιότητα και την οργάνωση της καλλιέργειας».

Δυναμική εξαγωγική παρουσία

Μέχρι τις 13 Φεβρουαρίου 2026, οι ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίου ανήλθαν σε περίπου 154.069 τόνους. Κύριες αγορές είναι η Ισπανία (21.421 τόνοι), οι ΗΠΑ (18.259 τόνοι), η Ιταλία (15.031 τόνοι), η Βραζιλία (13.936 τόνοι) και η Πολωνία (8.592 τόνοι), καταδεικνύοντας τη διεθνή ζήτηση για το ελληνικό προϊόν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ελλάδα κατέλαβε την τρίτη θέση σε αξία εξαγωγών ακτινιδίου το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ (UN Comtrade).

- Advertisement -

Νέα αγορά: Βιετνάμ

Μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2016, η αγορά του Βιετνάμ άνοιξε επισήμως για το ελληνικό ακτινίδιο στις 13 Φεβρουαρίου 2026. Η συμφωνία αφορά όλες τις ποικιλίες – πρασινόσαρκες και κιτρινόσαρκες – και προβλέπει πιστοποιητικό φυτοϋγείας και ψυχρή μεταχείριση. Οι εξαγωγές θα ξεκινήσουν από την 1η Μαρτίου 2026.

Το Βιετνάμ, με πληθυσμό περίπου 102 εκατομμυρίων, αποτελεί σημαντική νέα αγορά για τα ελληνικά φρούτα. Οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών στην πρώτη εννεάμηνη περίοδο του 2025 ξεπέρασαν τα 1,9 δισ. δολάρια, γεγονός που δείχνει αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά προϊόντα.

Ο κ. Πρωτοψάλτης τόνισε ότι «η συμφωνία με το Βιετνάμ ανοίγει νέες δυνατότητες για το ελληνικό ακτινίδιο, ενισχύει τη θέση της χώρας σε μια δυναμική ασιατική αγορά και δημιουργεί έναν νέο εξαγωγικό διάδρομο για ένα προϊόν που ήδη ηγείται στα ελληνικά φρούτα».

- Advertisement -

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Παγκόσμια Ημέρα Ασφάλειας Τροφίμων: Οι “30 Εντολές” που μπορούν να αποτρέψουν μια τροφική δηλητηρίαση

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ασφάλειας Τροφίμων, το cibum συγκεντρώνει 30 πρακτικές οδηγίες που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση των τροφιμογενών περιστατικών και στην προστασία της δημόσιας υγείας

Παρθένο ελαιόλαδο: Ελλάδα και Γαλλία στις χώρες με ευρήματα φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με την EFSA

Αυξημένα τα ευρήματα υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στο παρθένο ελαιόλαδο σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων

Ελλάδα: Ποιος φταίει για την ακρίβεια στα τρόφιμα; Τι απαντούν οι εκπρόσωποι του κλάδου

Η βιομηχανία και το λιανεμπόριο αποδίδουν τις ανατιμήσεις στο υψηλό ενεργειακό κόστος, τις διεθνείς πιέσεις και τις αυξήσεις στα νωπά προϊόντα, απορρίπτοντας τις κατηγορίες περί υπερβολικών κερδών