Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση της υδρογονοφωσφονικής χολίνης, μιας δραστικής ουσίας που εξετάζεται για χρήση ως μυκητοκτόνο, προχωρά σε ένα ακόμη στάδιο με επίκεντρο την ασφάλεια των προτεινόμενων εφαρμογών και την παρουσία καταλοίπων στα τρόφιμα. Η αξιολόγηση αφορά τη χρήση της ουσίας σε αμπέλια και αθλητικούς χλοοτάπητες, ενώ ξεχωριστά εξετάστηκαν τα ανώτατα επίπεδα καταλοίπων στο μέλι. Η διαδικασία βασίζεται στην επιστημονική επανεξέταση των αρχικών εκτιμήσεων επικινδυνότητας και έχει στόχο να καθορίσει ποια δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κανονιστική αξιολόγηση και ποια στοιχεία εξακολουθούν να χρειάζονται συμπλήρωση. Η συγκεκριμένη ουσία, γνωστή διεθνώς ως choline hydrogen phosphonate και με αριθμό CAS 947138-30-9, έχει εξεταστεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ως δραστική ουσία φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η αξιολόγηση δεν αποτελεί από μόνη της τελική απόφαση για την έγκριση ή την απαγόρευσή της, αλλά αποτελεί μέρος της διαδικασίας που προηγείται των σχετικών κανονιστικών αποφάσεων. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι λεγόμενες αντιπροσωπευτικές χρήσεις, δηλαδή τα συγκεκριμένα σενάρια εφαρμογής για τα οποία εξετάζονται η έκθεση, η επικινδυνότητα και τα πιθανά κατάλοιπα.
Η χρήση σε αμπέλια και χλοοτάπητες
Η αξιολόγηση της υδρογονοφωσφονικής χολίνης ως μυκητοκτόνου αφορά δύο αρκετά διαφορετικά περιβάλλοντα. Στα αμπέλια, η χρήση της συνδέεται άμεσα με μια καλλιέργεια που προορίζεται για την παραγωγή τροφίμων και επομένως η εξέταση των καταλοίπων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η εφαρμογή μιας δραστικής ουσίας στην καλλιέργεια δεν εξετάζεται μόνο ως προς το αν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια μυκητολογική προσβολή, αλλά και ως προς το τι συμβαίνει στην ουσία μετά την εφαρμογή, πόσο παραμένει στο φυτό και σε ποιο βαθμό μπορεί να οδηγήσει σε έκθεση του καταναλωτή.
Η δεύτερη χρήση αφορά αθλητικούς χλοοτάπητες, όπου η ουσία προορίζεται για διαφορετικό σκοπό και δεν εφαρμόζεται σε καλλιέργεια που αποτελεί άμεση πηγή τροφίμων. Η αξιολόγηση εξακολουθεί να εξετάζει την έκθεση που μπορεί να προκύψει από τη χρήση της, καθώς η εφαρμογή φυτοπροστατευτικών ουσιών σε χώρους στους οποίους υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα απαιτεί διαφορετική εκτίμηση από εκείνη που αφορά αποκλειστικά μια γεωργική καλλιέργεια. Η συχνότητα εφαρμογής, ο τρόπος χρήσης και η συμπεριφορά της δραστικής ουσίας στο περιβάλλον αποτελούν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη συνολική αξιολόγηση.
Ιδιαίτερη θέση στην αξιολόγηση έχει το μέλι, καθώς εξετάστηκαν προτεινόμενα ανώτατα επίπεδα καταλοίπων για το συγκεκριμένο τρόφιμο. Η σύνδεση με τις μέλισσες έχει σημασία στην περίπτωση δραστικών ουσιών που χρησιμοποιούνται σε γεωργικά περιβάλλοντα, καθώς οι μέλισσες μπορούν να έρθουν σε επαφή με ουσίες που εφαρμόζονται στις καλλιέργειες και στη συνέχεια να μεταφέρουν υλικό στην κυψέλη. Η παρουσία καταλοίπων στο μέλι αποτελεί επομένως ξεχωριστό ζήτημα από την αρχική εφαρμογή του μυκητοκτόνου και χρειάζεται να αξιολογείται με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Τα ανώτατα επίπεδα καταλοίπων αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία της νομοθεσίας για τον έλεγχο των φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα. Η ύπαρξη ενός προτεινόμενου επιπέδου δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο επίπεδο αποτελεί γενική άδεια για οποιαδήποτε χρήση της ουσίας. Συνδέεται με τις χρήσεις και τα δεδομένα που έχουν αξιολογηθεί και χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της εκτίμησης της έκθεσης. Στην περίπτωση της υδρογονοφωσφονικής χολίνης, η αξιολόγηση περιλαμβάνει τα διαθέσιμα στοιχεία που κρίθηκαν αξιόπιστα για τη συγκεκριμένη διαδικασία και παράλληλα καταγράφει τις πληροφορίες που δεν έχουν ακόμη υποβληθεί ή χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Τι έδειξε η επιστημονική επανεξέταση
Η διαδικασία που ολοκληρώθηκε αφορά επανεξέταση από επιστημονικούς αξιολογητές των αρχικών εκτιμήσεων επικινδυνότητας που είχαν πραγματοποιηθεί από το κράτος μέλος που είχε αναλάβει τον ρόλο του εισηγητή. Η προσέγγιση αυτή προβλέπεται από το ευρωπαϊκό σύστημα αξιολόγησης των δραστικών ουσιών και έχει ως στόχο να εξετάζονται τα δεδομένα με κοινά επιστημονικά κριτήρια. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχεται αν τα στοιχεία που υποβλήθηκαν επαρκούν για να υποστηρίξουν τις παραμέτρους που απαιτούνται στην κανονιστική αξιολόγηση κινδύνου. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης ουσίας, η αξιολόγηση παρουσιάζει αξιόπιστα σημεία αναφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κανονιστική εκτίμηση του κινδύνου, μαζί με τα προτεινόμενα επίπεδα καταλοίπων. Παράλληλα, καταγράφονται οι ελλείψεις δεδομένων που θεωρούνται απαραίτητο να καλυφθούν σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Η αναφορά σε ελλείψεις δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι η ουσία έχει κριθεί επικίνδυνη. Σημαίνει ότι για συγκεκριμένες πτυχές της αξιολόγησης δεν υπάρχουν ακόμη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί η επιστημονική τεκμηρίωση. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, επειδή η ευρωπαϊκή αξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών ουσιών δεν βασίζεται μόνο στην αναζήτηση πιθανών κινδύνων. Εξετάζει επίσης την ποιότητα, την πληρότητα και την αξιοπιστία των διαθέσιμων δεδομένων. Μια δραστική ουσία μπορεί να έχει δεδομένα για ορισμένες παραμέτρους, αλλά να χρειάζεται επιπλέον μελέτες ή διευκρινίσεις για άλλες. Μέχρι να συμπληρωθούν τα στοιχεία που θεωρούνται απαραίτητα, η επιστημονική εικόνα δεν θεωρείται πλήρης για κάθε πτυχή της κανονιστικής διαδικασίας.
Η υδρογονοφωσφονική χολίνη έχει εξεταστεί και σε διαφορετική ευρωπαϊκή διαδικασία σχετικά με την ταξινόμηση και επισήμανση των χημικών κινδύνων. Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι η ουσία δεν προτάθηκε για εναρμονισμένη ταξινόμηση στις κατηγορίες κινδύνου που εξετάστηκαν. Αυτό αποτελεί διαφορετική διαδικασία από την αξιολόγηση της ουσίας ως δραστικού συστατικού φυτοπροστατευτικών προϊόντων και δεν πρέπει να συγχέεται με την τελική απόφαση για την έγκριση της χρήσης της ως φυτοφαρμάκου. Η νέα αξιολόγηση εγκρίθηκε στις 24 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 20 Αυγούστου 2026. Το αντικείμενό της παραμένει συγκεκριμένο, καθώς αφορά τις αντιπροσωπευτικές χρήσεις της υδρογονοφωσφονικής χολίνης ως μυκητοκτόνου σε αμπέλια και αθλητικούς χλοοτάπητες, μαζί με την αξιολόγηση των καταλοίπων στο μέλι. Ταυτόχρονα, η επιστημονική γνωμοδότηση καταγράφει τις πληροφορίες που χρειάζεται να συμπληρωθούν ώστε να ολοκληρωθούν τα απαιτούμενα στάδια της ευρωπαϊκής κανονιστικής διαδικασίας.