Η παραγωγή σιταριού βρίσκεται στο επίκεντρο της προσπάθειας για πιο βιώσιμα συστήματα τροφίμων, καθώς η κλιματική αλλαγή, η υποβάθμιση των εδαφών και η πίεση στους φυσικούς πόρους δημιουργούν νέες προκλήσεις για την αγροδιατροφική αλυσίδα. Σε αυτό το πλαίσιο, μεγάλες εταιρείες τροφίμων στρέφονται σε πρακτικές αναγεννητικής γεωργίας, με στόχο όχι μόνο τη μείωση των επιπτώσεων της παραγωγής αλλά και τη βελτίωση της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών.
Η Barilla έχει αναπτύξει ένα πρόγραμμα βιώσιμης γεωργίας που αφορά βασικές πρώτες ύλες, με ιδιαίτερη έμφαση στο σκληρό και μαλακό σιτάρι. Μέσω μακροχρόνιων συνεργασιών με παραγωγούς, η εταιρεία επιδιώκει να δημιουργήσει πιο ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες, εφαρμόζοντας πρότυπα που περιλαμβάνουν πρακτικές όπως η αμειψισπορά, η περιορισμένη κατεργασία του εδάφους και η βελτιστοποίηση της χρήσης εισροών.
Η αναγεννητική γεωργία αποτελεί μια εξέλιξη των παραδοσιακών πρακτικών βιωσιμότητας. Δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της καλλιέργειας, αλλά στοχεύει στην ενεργή αποκατάσταση της ποιότητας του εδάφους, στην ενίσχυση της βιοποικιλότητας και στη βελτίωση της ικανότητας των αγροτικών συστημάτων να αντιμετωπίζουν ακραίες καιρικές συνθήκες.
Στην περίπτωση του σιταριού, οι πρακτικές αυτές μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών και στη μείωση της εξάρτησης από ορισμένες γεωργικές εισροές. Η εταιρεία αναφέρει ότι επεκτείνει σταδιακά τις εφαρμογές αναγεννητικής γεωργίας σε στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού, με στόχο την αύξηση της παραγωγής πρώτων υλών που προέρχονται από τέτοιες μεθόδους.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στη συνεργασία με τους αγρότες, καθώς η μετάβαση σε διαφορετικά μοντέλα καλλιέργειας απαιτεί τεχνική υποστήριξη, νέες πρακτικές διαχείρισης και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Η δημιουργία σταθερών σχέσεων μεταξύ βιομηχανίας και παραγωγών θεωρείται κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της ποιότητας των πρώτων υλών και την προσαρμογή στις περιβαλλοντικές αλλαγές.
Η μετάβαση σε πιο βιώσιμες καλλιέργειες δεν αφορά μόνο τις γεωργικές τεχνικές, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής. Οι εταιρείες τροφίμων καλούνται να διασφαλίσουν ότι οι πρώτες ύλες παραμένουν ποιοτικές, διαθέσιμες και οικονομικά βιώσιμες, ενώ παράλληλα μειώνεται το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, το πρόγραμμα βιώσιμης γεωργίας της Barilla έχει ήδη επεκταθεί σε χιλιάδες παραγωγούς και εκατοντάδες χιλιάδες τόνους πρώτων υλών, ενώ ο στόχος είναι η περαιτέρω αύξηση των πρώτων υλών από πιστοποιημένες αναγεννητικές καλλιέργειες έως το 2030.
Πηγή: barillagroup.com