Σημαντικές αποκλίσεις ως προς τον χρόνο παραμονής τους στον ανθρώπινο οργανισμό
Η ανησυχία γύρω από τη χρήση της δισφαινόλης Α (BPA) στις συσκευασίες τροφίμων οδήγησε τη βιομηχανία στην αναζήτηση υποκατάστατων ουσιών όπως οι δισφαινόλες BPS και BPF. Ωστόσο η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι αυτές οι ουσίες δεν είναι απαραίτητα ασφαλέστερες καθώς η εσωτερική έκθεση του οργανισμού σε αυτές εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο μεταβολίζονται. Πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Environmental Science & Technology εξέτασε τη φαρμακοκινητική συμπεριφορά επτά διαφορετικών δισφαινόλων καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ορισμένες από αυτές παραμένουν ενεργές στο αίμα για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την αρχική BPA.
Η μελέτη χρησιμοποίησε μοντέλα προσομοίωσης για να εκτιμήσει την «εσωτερική έκθεση» η οποία αναφέρεται στην ποσότητα της ουσίας που κυκλοφορεί στην ελεύθερη ενεργή της μορφή στο πλάσμα του αίματος. Είναι γνωστό ότι οι δισφαινόλες δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες επηρεάζοντας το ορμονικό σύστημα των πολιτών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η BPAF για παράδειγμα παρουσιάζει πολύ υψηλότερη εσωτερική έκθεση σε σύγκριση με την BPA λόγω του βραδύτερου μεταβολισμού της στο ήπαρ. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές μπορεί να εκτίθενται σε μεγαλύτερους κινδύνους από τα υποκατάστατα που θεωρητικά σχεδιάστηκαν για να είναι πιο ασφαλή.
Η παγίδα της «χημικής αντικατάστασης» στις συσκευασίες
Το φαινόμενο της αντικατάστασης μιας επικίνδυνης ουσίας με μια άλλη παρόμοιας δομής η οποία αποδεικνύεται εξίσου ή και περισσότερο επιβλαβής είναι γνωστό στην τοξικολογία ως λυπηρή αντικατάσταση (regrettable substitution). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η απόδοση του οργανισμού στην απομάκρυνση αυτών των χημικών ποικίλλει δραματικά ανάλογα με τη χημική τους δομή. Ενώ η BPA απομακρύνεται σχετικά γρήγορα μέσω της διαδικασίας της γλυκουρονιδίωσης άλλες δισφαινόλες όπως η BPB και η BPAF τείνουν να συσσωρεύονται ή να παραμένουν σε ελεύθερη μορφή αυξάνοντας την πιθανότητα αλληλεπίδρασης με τους ορμονικούς υποδοχείς.
Η παρουσία αυτών των ουσιών στις εσωτερικές επιστρώσεις των μεταλλικών κουτιών και στα πλαστικά δοχεία τροφίμων αποτελεί μια συνεχή πηγή έκθεσης. Η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση της ασφάλειας των υλικών που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα πρέπει να βασίζεται στην εσωτερική δόση και όχι μόνο στην ποσότητα που προσλαμβάνεται από το περιβάλλον. Οι διαφορές στον μεταβολισμό μεταξύ των ατόμων μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε αυξημένη ευπάθεια για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες καθιστώντας αναγκαία την αυστηροποίηση των ορίων ασφαλείας για όλα τα μέλη της οικογένειας των δισφαινόλων.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ενισχύουν την ανάγκη για μια ομαδική προσέγγιση στη ρύθμιση των χημικών ουσιών αντί για την εξέταση κάθε ουσίας ξεχωριστά. Οι αρχές ασφάλειας τροφίμων καλούνται να επανεξετάσουν την έγκριση των υποκατάστατων της BPA λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα για την παραμονή τους στο αίμα. Η διαφάνεια όσον αφορά τη σύνθεση των υλικών συσκευασίας είναι απαραίτητη ώστε οι πολίτες να μπορούν να αποφεύγουν προϊόντα που περιέχουν γνωστές τοξικές ουσίες. Η στροφή προς πιο αδρανή υλικά όπως το γυαλί ή ο ανοξείδωτος χάλυβας παραμένει η ασφαλέστερη λύση για τη μείωση της χημικής επιβάρυνσης.