Η νέα καθοδήγηση του BSI εισάγει σαφείς ορισμούς για την αυθεντικότητα και την απάτη στις τροφές
Η αυθεντικότητα των τροφίμων αποκτά πλέον επίσημη και τεχνική διάσταση, χάρη στη δημοσίευση ενός νέου προτύπου από τον Βρετανικό Οργανισμό Προτύπων (BSI). Με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας στην αλυσίδα εφοδιασμού και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, το πρότυπο BS EN 17972:2024 επιχειρεί να αποσαφηνίσει μια σειρά κρίσιμων εννοιών γύρω από τη γνησιότητα και την απάτη στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές.
Η ανάγκη για ένα ενιαίο λεξιλόγιο και σαφή ορολογία είναι επιτακτική, καθώς οι πρακτικές παραπλάνησης στη βιομηχανία τροφίμων εμφανίζονται από την ψευδή επισήμανση έως τη σκόπιμη νοθεία και τη χρήση πλαστών πιστοποιητικών. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται σε ζητήματα εμπορικής αξιοπιστίας, αλλά επεκτείνονται σε θέματα ασφάλειας και δημόσιας υγείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το οικονομικό αποτύπωμα της εγκληματικότητας στον τομέα των τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμάται από 410 εκατομμύρια έως σχεδόν 2 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως.
Η νέα καθοδήγηση εστιάζει στη θεμελιώδη σχέση ανάμεσα στα πραγματικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος και τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται γι’ αυτό. Ένα τρόφιμο θεωρείται αυθεντικό όταν η ταυτότητά του ανταποκρίνεται με ακρίβεια στις πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή. Η παραβίαση αυτής της σχέσης μπορεί να είναι σκόπιμη, όπως στην περίπτωση της απάτης, ή να οφείλεται σε λάθη ή παραλείψεις στην παραγωγή και επισήμανση.
Η τεχνική ταξινόμηση των εννοιών, όπως περιγράφεται στο νέο πρότυπο, παρέχει στις επιχειρήσεις της αλυσίδας τροφίμων ένα λειτουργικό πλαίσιο για την αξιολόγηση της αυθεντικότητας. Όπως δήλωσε η Emily Field, επικεφαλής του τομέα τροφίμων της BSI, το πρότυπο έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενων πιέσεων προς τη βιομηχανία, μετά από περιστατικά όπως οι παραποιήσεις ελέγχων για σαλμονέλα και οι αμφιλεγόμενοι ισχυρισμοί σε προϊόντα βοείου κρέατος. Σύμφωνα με την ίδια, η καθοδήγηση αυτή αναμένεται να διευκολύνει τη διαχείριση κινδύνων, να ενισχύσει την ειλικρίνεια στη σήμανση και να προστατεύσει την ασφάλεια των καταναλωτών. Παράλληλα, επιτρέπει στους παραγωγούς και διανομείς να εφαρμόζουν πιο στοχευμένες πρακτικές ελέγχου, βασισμένες σε κοινά αποδεκτούς ορισμούς και αρχές.
