Ερωτήματα για τη διαφάνεια των τιμών στα τρόφιμα χωρίς γλουτένη

Η αυξανόμενη δημοφιλία των προϊόντων χωρίς γλουτένη συνοδεύεται από σημαντικά υψηλότερες τιμές σε σύγκριση με τα αντίστοιχα συμβατικά. Παρά την περιορισμένη αγορά τους, η κύρια αιτία για το αυξημένο κόστος εντοπίζεται στην πολύπλοκη διαδικασία παραγωγής τους. Οι κανονισμοί της επιτροπής Codex Alimentarius απαιτούν εξαιρετικά αυστηρά όρια γλουτένης στα τρόφιμα (το πολύ 20 ppm) γεγονός που συνεπάγεται εντατική παρακολούθηση, αυξημένα πρωτόκολλα ποιότητας και ειδικό εξοπλισμό.
Οι πρώτες ύλες, όπως το ρύζι και ο αραβόσιτος, είναι ακριβότερες από το σιτάρι και η συνολική παραγωγική διαδικασία είναι πλήρως αυτοματοποιημένη με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, ώστε να διασφαλίζεται η απουσία επιμολύνσεων. Ωστόσο, ορισμένοι παραγωγοί διατηρούν ίδιας διάστασης συσκευασίες με σημαντικά μικρότερο περιεχόμενο. Έτσι, καθίσταται δύσκολη η άμεση σύγκριση τιμών από τον καταναλωτή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πασίγνωστη εταιρεία ζυμαρικών, η οποία διαθέτει τα ζυμαρικά χωρίς γλουτένη σε συσκευασία 400 γρ., έναντι των 500 γρ. της κανονικής έκδοσης, με διαφορά τιμής 1€. Παρόμοιες στρατηγικές ακολουθούν και άλλες μάρκες, με τις gluten free επιλογές να εμφανίζουν υψηλότερη τιμή ανά 100 γραμμάρια σχεδόν σε κάθε περίπτωση.
Εκπρόσωποι συλλόγων όπως η Ομάδα Ενδιαφέροντος για την Κοιλιοκάκη επισημαίνουν ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να συγκαλύπτουν σκόπιμα την προσαύξηση τιμής, προκαλώντας αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση στους καταναλωτές που εξαρτώνται από προϊόντα χωρίς γλουτένη για λόγους υγείας.