Οι «πράσινες» υποσχέσεις στα απορρυπαντικά και τα χρώματα συχνά είναι απλώς μια στρατηγική μάρκετινγκ, που εκμεταλλεύεται την ανάγκη των καταναλωτών να κάνουν βιώσιμες επιλογές.
Στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου και στις διαφημίσεις, οι «πράσινες» υποσχέσεις έχουν κατακλύσει τα προϊόντα καθαρισμού και τα χρώματα. Οι λέξεις «βιολογικό», «βιο-προερχόμενο», «φυσικής προέλευσης» και «φυτικής προέλευσης» εμφανίζονται σε μεγάλους τίτλους, συχνά σε πράσινο φόντο, ώστε να πείσουν τους καταναλωτές ότι πρόκειται για προϊόντα πιο φιλικά προς το περιβάλλον. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο δημοσιογράφος του γαλλικού καταναλωτικού περιοδικού και οργανισμού που ασχολείται με την ενημέρωση και την προστασία των καταναλωτών, Que Choisir, Φαμπρίς Πουλικέν, αυτές οι φράσεις δεν είναι σήματα ποιότητας ούτε επίσημες πιστοποιήσεις, αλλά απλώς «μαρκετινγκ» που αφήνει χώρο για παρερμηνείες και υπερβολές.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι καταναλωτές παραπλανούνται, αλλά και ότι δεν υπάρχει κανένα αυστηρό νομικό πλαίσιο που να ορίζει τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις. Κάθε εταιρεία μπορεί να τις ερμηνεύει όπως θέλει, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί πιστεύουν πως αγοράζουν κάτι πιο «οικολογικό», ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία εγγύηση για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα ή την τοξικότητα του προϊόντος.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σε ελληνικά ράφια παγούρι με «δηλητήριο» αλουμινίου – Δείτε μάρκα και φωτογραφία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Οδός Ερμού: Πρόστιμο 2.500 ευρώ σε γνωστό παγωτατζίδικο μετά από καταγγελίες
Τα παραδείγματα που αναφέρει το περιοδικό είναι χαρακτηριστικά. Μία σκόνη πλυσίματος διαφημίζει ότι περιέχει «ένζυμα φυσικής προέλευσης», όταν στην πραγματικότητα η αναλογία τους στη σύνθεση είναι μόλις 0,037%. Ένα άλλο απορρυπαντικό αναγράφει ότι αποτελείται από «96% συστατικά φυσικής προέλευσης», αλλά το ποσοστό αυτό έχει φουσκώσει από το νερό, το οποίο αποτελεί το 90% της σύνθεσης. «Είναι πολύ υπερβολικό», τονίζει ο Φαμπρίς Πουλικέν.
Η Γαλλική Υπηρεσία Καταναλωτών και Ανταγωνισμού (DGCCRF) προειδοποιεί για το φαινόμενο του «greenwashing» ή «οικολογικού λευκαντικού», δηλαδή της χρήσης περιβαλλοντικών ισχυρισμών που είναι ανακριβείς, παραπλανητικοί ή δυσανάλογοι. Η πρακτική αυτή δεν βλάπτει μόνο τον καταναλωτή, αλλά και τις εταιρείες που επενδύουν πραγματικά σε βιώσιμες πρακτικές, καθώς δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κίνδυνος εγκαυμάτων και πνιγμού από αποκριάτικες στολές των TEMU – Στο μικροσκόπιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι κινεζικές πλατφόρμες
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σιρόπι – «απάτη» για ενίσχυση του ανοσοποιητικού αποσύρεται μετά από καταγγελία για παραπλανητική διαφήμιση
Η DGCCRF επισημαίνει ότι το πρόβλημα ξεκινά από την εμφάνιση των προϊόντων. Πολλές συσκευασίες «παίζουν» με την εικόνα της φύσης, με πράσινα χρώματα, φύλλα, βουνά και άλλες οπτικές αναφορές, ώστε να δημιουργούν την αίσθηση ότι το προϊόν είναι φιλικό προς το περιβάλλον. Όμως, όπως τονίζει η υπηρεσία, το πράσινο χρώμα δεν αποτελεί απόδειξη οικολογικής υπεροχής. Επιπλέον, η λέξη «ανακυκλώσιμο» ή «ανακυκλωμένο» μπορεί να αφορά μόνο την συσκευασία ή ένα μέρος του προϊόντος, και όχι ολόκληρο το προϊόν.
Η DGCCRF προειδοποιεί επίσης για τις λεγόμενες «υπερβολικές υποσχέσεις», όπου μία μικρή ή αποσπασματική πληροφορία προβάλλεται ως συνολικό πλεονέκτημα. Μία μπλούζα δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «βιολογική» μόνο επειδή το βαμβάκι της είναι βιολογικό, και μια κρέμα δεν μπορεί να θεωρείται «φυσική» επειδή περιέχει μέλι. Για να θεωρηθεί ένα καλλυντικό «βιολογικό», πρέπει το προϊόν να περιέχει 100% συστατικά πιστοποιημένα ως βιολογικά ή να έχει πιστοποίηση βάσει συγκεκριμένου προτύπου. Για να θεωρηθεί «φυσικό», πρέπει να αποτελείται κατά 95% από στοιχεία που δεν έχουν υποστεί χημική μετατροπή. Παράλληλα, η ένδειξη «βιο-προερχόμενο» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το προϊόν είναι πιο φιλικό προς το περιβάλλον, αλλά απλώς ότι προέρχεται από βιομάζα, συχνά φυτική ή ζωική, ενώ ένα «φυσικό» προϊόν μπορεί να είναι ρυπογόνο ή ακόμη και επικίνδυνο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εντοπίστηκαν φρούτα με 8 επικίνδυνα φυτοφάρμακα σε επίπεδα πολλαπλάσια των επιτρεπτών ορίων
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέα ανάκληση παγωτού από τα ψυγεία μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι συχνά δεν υπάρχει καν τρόπος να επαληθευτούν οι υποσχέσεις. Όταν ένας κατασκευαστής αναφέρει ότι ένα προϊόν είναι «φιλικό προς τον πλανήτη» ή ότι περιέχει «20% φυσικά συστατικά», δεν είναι πάντα δυνατό να ζητηθούν ή να δοθούν αξιόπιστα στοιχεία. Η DGCCRF προτείνει να προτιμώνται οι επίσημες ετικέτες και πιστοποιήσεις, όπως το Ecocert ή το ευρωπαϊκό Ecolabel, που υπόκεινται σε έλεγχο από ανεξάρτητους φορείς και έχουν συγκεκριμένα κριτήρια.
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι να υπάρξει αυστηρότερος κανονιστικός έλεγχος, η εγρήγορση είναι απαραίτητη. Ο καταναλωτής πρέπει να διαβάζει προσεκτικά τη σύνθεση, να συγκρίνει προϊόντα και να αποφεύγει τις υποσχέσεις που φαίνονται «πολύ καλές για να είναι αληθινές». Κανένα προϊόν δεν είναι «μηδενικών αποβλήτων» ή «χωρίς περιβαλλοντικό αποτύπωμα», και μια γενικευμένη υπόσχεση είναι συχνά δύσκολο να αποδειχθεί.
Αυτό που μένει είναι η σκληρή αλήθεια: οι «πράσινες» υποσχέσεις στα απορρυπαντικά και τα χρώματα συχνά είναι απλώς μια στρατηγική μάρκετινγκ, που εκμεταλλεύεται την ανάγκη των καταναλωτών να κάνουν βιώσιμες επιλογές.