Ο αμερικανικός κολοσσός υγείας παραποιούσε συστηματικά ιατρικούς φακέλους για να εισπράξει παράνομες επιδοτήσεις, εκμεταλλευόμενος το ιδιόκτητο δίκτυο νοσοκομείων και γιατρών του
Σε μια ιστορική συμφωνία συμβιβασμού κατέληξε η Kaiser Permanente, ένας από τους μεγαλύτερους και πιο ιδιαίτερους οργανισμούς υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδεχόμενη να καταβάλει το ποσό των 556 εκατομμυρίων δολαρίων στην αμερικανική κυβέρνηση. Η υπόθεση αφορά κατηγορίες για συστηματική απάτη εις βάρος του κράτους μέσω του Medicare, του εθνικού προγράμματος ασφάλισης που καλύπτει ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία.
Στις ΗΠΑ, οι πολίτες που δικαιούνται κρατική ασφάλιση μπορούν να επιλέξουν ιδιωτικές εταιρείες για τη διαχείριση της περίθαλψής τους. Η κυβέρνηση πληρώνει σε αυτές τις εταιρείες ένα σταθερό μηνιαίο ποσό για κάθε ασθενή. Το ποσό αυτό δεν είναι ίδιο για όλους, αλλά προσαρμόζεται ανάλογα με την κατάσταση της υγείας του ατόμου. Αν ένας ασθενής είναι πιο σοβαρά άρρωστος, η εταιρεία λαμβάνει υψηλότερη επιδότηση για να καλύψει το αναμενόμενο κόστος, ενώ για έναν υγιή ασθενή λαμβάνει λιγότερα χρήματα.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, η Kaiser εκμεταλλεύτηκε αυτό το σύστημα για σχεδόν μία δεκαετία, από το 2009 έως το 2018. Η εταιρεία φέρεται να ασκούσε έντονες πιέσεις στους γιατρούς της ώστε να τροποποιούν τους ιατρικούς φακέλους των ασθενών μετά τις επισκέψεις τους. Η διοίκηση του ομίλου χρησιμοποιούσε ειδικά λογισμικά για να εντοπίζει παλιές παθήσεις στο ιστορικό των ασθενών και στη συνέχεια απαιτούσε από τους γιατρούς να προσθέτουν αυτές τις διαγνώσεις ως τρέχουσες χωρις να υφίστανται. Με τον τρόπο αυτό, η εταιρεία παρουσίαζε τους ασφαλισμένους της ως «πιο άρρωστους» από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, ώστε να εισπράττει παράνομα αυξημένες κρατικές επιδοτήσεις.
Αυτό που κάνει την Kaiser Permanente να ξεχωρίζει στην αμερικανική αγορά είναι ότι δεν λειτουργεί απλώς ως ασφαλιστική εταιρεία, αλλά διαθέτει το δικό της τεράστιο δίκτυο από ιδιόκτητα νοσοκομεία, εκατοντάδες ιατρικά κέντρα και αποκλειστικούς γιατρούς. Πρόκειται για ένα κλειστό, ολοκληρωμένο σύστημα όπου ο ασφαλισμένος λαμβάνει όλες τις υπηρεσίες του αποκλειστικά μέσα στις εγκαταστάσεις του ομίλου. Αυτή η δομή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση, καθώς η εταιρεία είχε τον πλήρη έλεγχο τόσο της ασφάλισης όσο και της σύνταξης των ιατρικών φακέλων.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι η διοίκηση της εταιρείας είχε θεσπίσει επιθετικούς οικονομικούς στόχους για τους γιατρούς και τις κλινικές της, συνδέοντας ακόμα και τα ετήσια μπόνους των εργαζομένων με τον αριθμό των επιπλέον διαγνώσεων που κατάφερναν να καταγράψουν. Μάλιστα, η εταιρεία φέρεται να αγνόησε εσωτερικές προειδοποιήσεις από τους ίδιους τους γιατρούς της, οι οποίοι εξέφραζαν την ανησυχία τους για τη νομιμότητα αυτών των πρακτικών.
Η υπόθεση ήρθε στο φως χάρη στις καταγγελίες δύο πρώην εργαζομένων της εταιρείας, οι οποίοι έκαναν χρήση ενός ειδικού αμερικανικού νόμου που επιτρέπει σε ιδιώτες να μηνύουν εταιρείες για απάτη κατά του δημοσίου. Για τη συμβολή τους στην αποκάλυψη της υπόθεσης, οι δύο καταγγέλλοντες θα λάβουν ως αμοιβή 95 εκατομμύρια δολάρια από το συνολικό ποσό του συμβιβασμού.
Εκπρόσωποι των ομοσπονδιακών αρχών και του FBI τόνισαν ότι τέτοιες πρακτικές υπονομεύουν την ακεραιότητα του συστήματος υγείας και επιβαρύνουν άδικα τους Αμερικανούς φορολογούμενους. Η απόφαση αυτή στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα προς όλους τους ιδιωτικούς παρόχους υγείας ότι η επιδίωξη του κέρδους δεν μπορεί να τίθεται πάνω από την αλήθεια και τη σωστή φροντίδα των ασθενών.
Φωτογραφία άρθρου: shutterstock