Νέα μελέτη ερευνητών του Empa αποκαλύπτει ότι οι ορισμοί της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα βιοπλαστικά είναι παρωχημένοι
Η ιδέα πίσω από τα βιοπλαστικά φαίνεται απλή: Αντί να χρησιμοποιούμε πετρέλαιο για να φτιάξουμε πλαστικό, χρησιμοποιούμε ανανεώσιμες βιολογικές πρώτες ύλες όπως αραβόσιτο, ζαχαροκάλαμο ή άλγη. Από τη δεκαετία του 1990, αυτή η κατηγορία υλικών εισήλθε δυναμικά στην αγορά ως πιο βιώσιμη εναλλακτική, κυρίως στις συσκευασίες τροφίμων. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, όπως αποδεικνύει νέα μελέτη ερευνητών του Empa (Ελβετικά Ομοσπονδιακά Εργαστήρια Επιστήμης και Τεχνολογίας Υλικών) που δημοσιεύτηκε στο Resources, Conservation & Recycling Advances. Το κεντρικό τους συμπέρασμα είναι αποστομωτικό στην απλότητά του: Η φυτική προέλευση ενός υλικού δεν καθορίζει τη ρυθμιστική του κατάσταση.
Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα που ηγείται η Fiorella Pitaro, τα βιοπλαστικά ρυθμίζονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία με τον ίδιο τρόπο όπως τα συμβατικά πολυμερή, εκτός αν πληρούν δύο πολύ αυστηρά κριτήρια ταυτόχρονα: να είναι χημικά αναλλοίωτα και να έχουν πολυμεριστεί από τη φύση. Αυτό σημαίνει ότι ένα υλικό παραγόμενο από βιομάζα αλλά χημικά τροποποιημένο στο εργαστήριο εμπίπτει πλήρως στη νομοθεσία για τα πλαστικά, με όλες τις απαιτήσεις ασφάλειας και σήμανσης που αυτή συνεπάγεται. Η καταγωγή της πρώτης ύλης δεν παίζει κανέναν ρόλο στον νομικό χαρακτηρισμό.
Ασαφείς ορισμοί και νομικές παγίδες
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό αλλά βαθύτατα νομικό. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι βασικές έννοιες όπως «βιοπλαστικό», «βιολογικής προέλευσης» και «χημική τροποποίηση» είτε δεν ορίζονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία είτε ορίζονται διαφορετικά σε διαφορετικούς κανονισμούς, δημιουργώντας αντιφάσεις που δυσκολεύουν τη συμμόρφωση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά την αναγεννημένη κυτταρίνη (το υλικό από το οποίο παράγεται, μεταξύ άλλων, το σελοφάν). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι χημικά τροποποιημένη, καθώς το αρχικό και το τελικό πολυμερές είναι το ίδιο. Περιβαλλοντικές νομικές οργανώσεις αμφισβητούν αυτή την ερμηνεία. Παρόμοιο ζήτημα προκύπτει με τη διαδικτύωση (crosslinking), μια τεχνική που εισάγει νέους χημικούς δεσμούς σε ένα πολυμερές και ευρέως θεωρείται χημική τροποποίηση. Ωστόσο, ορισμένες μορφές διαδικτύωσης είναι αναστρέψιμες, επαναφέροντας το πολυμερές στην αρχική του κατάσταση. Πρέπει ένα τέτοιο υλικό να θεωρείται χημικά τροποποιημένο ή όχι; Η νομοθεσία δεν δίνει απάντηση. Παρόμοια κενά εντοπίστηκαν και για το φυσικό καουτσούκ, το οποίο μερικές φορές εξαιρείται από τους ορισμούς του πλαστικού αλλά αδιαμφισβήτητα συμβάλλει στη ρύπανση από μικροπλαστικά.
Για να βοηθήσουν στην πλοήγηση αυτού του πολύπλοκου τοπίου, οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα διάγραμμα αποφάσεων που καθοδηγεί κατασκευαστές υλικών στο να προσδιορίσουν αν ένα νέο βιοπλαστικό εμπίπτει στη νομοθεσία για τα πλαστικά ή όχι. Το διάγραμμα δοκιμάστηκε σε έξι περιπτωσιολογικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων του πολυγαλακτικού οξέος (PLA), των πολυϋδροξυαλκανοϊκών (PHA), πρωτεϊνικών βιοπολυμερών, λιγνίνης, βιοπλαστικών μικροκαψουλών και καουτσούκ. Σε κάθε περίπτωση, αναδύθηκαν αμφιβολίες και πιθανές παρερμηνείες, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά μεμονωμένα υλικά αλλά το σύνολο του κανονιστικού πλαισίου. Οι ερευνητές καταλήγουν με μια προειδοποίηση που αφορά άμεσα τους καταναλωτές. Το γεγονός ότι ένα υλικό συσκευασίας προέρχεται από φυτικές πρώτες ύλες δεν σημαίνει ούτε ότι είναι χημικά ασφαλές, ούτε ότι είναι περιβαλλοντικά βιώσιμο, ούτε ότι δεν συμβάλλει στη ρύπανση από μικροπλαστικά. Η «πράσινη» εμφάνιση στη συσκευασία αντανακλά συχνά επιλογές μάρκετινγκ και όχι επαληθευμένη περιβαλλοντική ή τοξικολογική ανωτερότητα.