Η Ένωση Ευρωπαϊκών Κοιλιοκακικών Εταιρειών ζητά υποχρεωτική επισήμανση αλλεργιογόνων στα υλικά επαφής με τρόφιμα
Η ευρωπαϊκή στροφή προς βιοδιασπώμενα υλικά συσκευασίας και αναλώσιμα σκεύη, πιάτα, καλαμάκια και κουτάλια από σιτηρά αντί πλαστικού, έχει σαφή περιβαλλοντική λογική και εντάσσεται στις ευρύτερες πολιτικές μείωσης πλαστικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, για ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού, αυτή η αλλαγή δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο που η ισχύουσα νομοθεσία δεν έχει ακόμα αντιμετωπίσει: τη μεταφορά γλουτένης από το ίδιο το υλικό της συσκευασίας ή του σκεύους στο τρόφιμο που περιέχει ή έρχεται σε επαφή με αυτό. Η Ένωση Ευρωπαϊκών Κοιλιοκακικών Εταιρειών, γνωστή ως AOECS, που εκπροσωπεί άνω των 40 εθνικών εταιρειών κοιλιοκάκης σε Ευρώπη και εκτός αυτής, δημοσίευσε πρόσφατα επίσημη θέση που ζητά ρυθμιστική παρέμβαση πριν ο κίνδυνος αυτός εξαπλωθεί με την αύξηση των βιο-βασισμένων υλικών στην αγορά.
Τι έδειξαν οι μελέτες και γιατί το πρόβλημα είναι νομικό
Τρεις ανεξάρτητες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από εθνικές κοιλιοκακικές εταιρείες σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς εταίρους, μεταξύ των οποίων το Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, κατέδειξαν ότι γλουτένη μπορεί να μεταφερθεί μετρήσιμα από ορισμένα υλικά βάσης δημητριακών σε τρόφιμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα επίπεδα αυτά υπερέβαιναν σημαντικά το όριο των 20 ppm, το οποίο αποτελεί το ανώτατο επιτρεπτό όριο για τον χαρακτηρισμό ενός τροφίμου ως χωρίς γλουτένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια συστηματική ανασκόπηση που εξέτασε πιάτα, πιρούνια, μαχαίρια, καλαμάκια και χωνάκια βάφλας εντόπισε περιεκτικότητα γλουτένης που κυμαινόταν από 12,8 έως 91,4 γραμμάρια ανά κιλόγραμμο υλικού, με μεταφορά που καταγράφηκε τόσο σε υγρά όσο και σε στερεά τρόφιμα που ήρθαν σε επαφή με αυτά.
Το νομικό κενό που αναδεικνύει η AOECS είναι σαφές και συγκεκριμένο. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα απαιτεί γενικά ότι αυτά δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, αλλά η παρουσία και η μεταφορά αλλεργιογόνων δεν αντιμετωπίζεται ρητά και δεν υπάρχουν τυποποιημένες αναλυτικές μέθοδοι για την αξιολόγηση της μεταφοράς γλουτένης από μη-τρόφιμα υλικά. Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο με κοιλιοκάκη μπορεί να καταναλώσει ένα τρόφιμο που χαρακτηρίζεται επίσημα ως χωρίς γλουτένη, αλλά να εκτεθεί σε γλουτένη μέσω του ίδιου του δοχείου ή του σκεύους που το περιέχει, χωρίς καμία ένδειξη στην ετικέτα και χωρίς τη δυνατότητα να το γνωρίζει ή να το αποφύγει συνειδητά.
Τι ζητά η AOECS και τι σημαίνει για τους πάσχοντες
Η κοιλιοκάκη είναι μια αυτοάνοση νόσος κατά την οποία ακόμα και μικρές ποσότητες γλουτένης μπορούν να προκαλέσουν ανοσολογική αντίδραση που βλάπτει τη βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, οδηγώντας σε υποσιτισμό, χρόνια συμπτώματα και μακροπρόθεσμες επιπλοκές. Η μοναδική υπάρχουσα θεραπεία είναι η αυστηρή ισόβια δίαιτα χωρίς γλουτένη, γεγονός που καθιστά κάθε ακούσια έκθεση ιδιαίτερα σοβαρή, ακόμα και όταν η πηγή είναι ένα αντικείμενο που κανείς δεν θα συνέδεε ενστικτωδώς με τροφή, όπως ένα βιοδιασπώμενο καλαμάκι ή ένα πιάτο μιας χρήσης από σιτηρά.
Η AOECS ζητά τρία συγκεκριμένα πράγματα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Πρώτον, υποχρεωτική επισήμανση αλλεργιογόνων στα υλικά επαφής με τρόφιμα, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να κάνουν ενήμερες επιλογές. Δεύτερον, ανάπτυξη επικυρωμένων και τυποποιημένων μεθόδων δοκιμής για τη μεταφορά γλουτένης, που σήμερα απουσιάζουν εντελώς από το ρυθμιστικό πλαίσιο. Τρίτον, ρητή συμπερίληψη των αλλεργιογόνων στην εν εξελίξει αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για υλικά επαφής με τρόφιμα, μια διαδικασία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη εκκινήσει και αναμένεται να οδηγήσει σε αυστηρότερους κανόνες για τη μεταφορά ουσιών στα τρόφιμα. Η AOECS διευκρινίζει ότι δεν αντιτίθεται στη στροφή από το πλαστικό σε βιώσιμα εναλλακτικά υλικά, αλλά επιμένει ότι αυτή η μετάβαση οφείλει να γίνει με τρόπο που δεν αφήνει ευάλωτες ομάδες χωρίς τη δυνατότητα να κάνουν ασφαλείς καθημερινές επιλογές.