Σημαντική ευκαιρία για οικονομική ανάπτυξη, απασχόληση και επισιτιστική ανθεκτικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σύμφωνα με πρόσφατη οικονομική ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Food & Drink International, οι εναλλακτικές πρωτεΐνες αναγνωρίζονται πλέον ως ένας στρατηγικός τομέας ανάπτυξης που θα επηρεάσει οριζόντια την ευρωπαϊκή οικονομία. Η ανάλυση αξιολογεί τα φυτικά προϊόντα, τα συστατικά που παράγονται μέσω ζύμωσης ακριβείας και το καλλιεργημένο κρέας ως μέρη ενός αναδυόμενου οικοσυστήματος που εκτείνεται από τη γεωργία και τη βιοτεχνολογία μέχρι την επεξεργασία τροφίμων και τη διανομή. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2040, ο τομέας αυτός θα μπορούσε να συνεισφέρει 111 δισεκατομμύρια ευρώ σε ετήσια ακαθάριστη προστιθέμενη αξία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εγχώρια αλυσίδα αξίας εκτιμάται στα 79 δισεκατομμύρια ευρώ, καλύπτοντας την παραγωγή καλλιεργειών, την επεξεργασία συστατικών και την εμπορική διανομή. Επιπλέον, η εξαγωγική δραστηριότητα που συνδέεται με αυτά τα προϊόντα θα μπορούσε να αγγίξει τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο εμπορικής ισχύος για το μπλοκ των κρατών-μελών.
Ο αντίκτυπος στην απασχόληση και την αγροτική παραγωγή
Η ανάπτυξη αυτού του κλάδου αναμένεται να επιφέρει σημαντικά οφέλη στην αγορά εργασίας, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για συνολικά 414.000 θέσεις εργασίας σε εργαστήρια, εργοστάσια, αγροκτήματα και δίκτυα εφοδιαστικής αλυσίδας. Η μοντελοποίηση των δεδομένων περιγράφει επίσης θετικές επιδράσεις στην πρωτογενή παραγωγή. Η ζήτηση για πρωτεϊνούχες καλλιέργειες, όπως τα ψυχανθή, αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενες ζωοτροφές που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στην κτηνοτροφία.
Ειδικότερα για τη Γερμανία, η οποία αποτελεί κινητήριο δύναμη στην ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων, η εθνική παραγωγή από εναλλακτικές πρωτεΐνες θα μπορούσε να φτάσει τα 65 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2045, υποστηρίζοντας έως και 250.000 θέσεις εργασίας. Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν ότι η μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης δεν αφορά μόνο τη διατροφική ασφάλεια και το περιβάλλον, αλλά αποτελεί μια ισχυρή οικονομική ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης.
Η ανάγκη για δημόσια χρηματοδότηση και ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις
Παρά τις θετικές προοπτικές, η πραγματοποίηση αυτής της οικονομικής συνεισφοράς εξαρτάται από τη στοχευμένη δημόσια χρηματοδότηση. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι απαιτούνται περίπου 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, τα οποία θα πρέπει να κατευθυνθούν προς την έρευνα, τη δημιουργία εγκαταστάσεων μεγάλης κλίμακας και την ενίσχυση της ρυθμιστικής ικανότητας της Ένωσης. Η επιτάχυνση των διαδικασιών έγκρισης για τα “καινοφανή τρόφιμα” είναι κρίσιμη, ώστε οι αναδυόμενες επιχειρήσεις να μπορούν να φέρουν τα προϊόντα τους στην αγορά πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα ευνοεί την καινοτομία, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα υψηλότερα επίπεδα ασφάλειας για τους καταναλωτές. Η επένδυση στην τεχνολογική υποδομή και η απλοποίηση του γραφειοκρατικού πλαισίου αποτελούν προϋποθέσεις για να διατηρήσει η Ευρώπη την ανταγωνιστικότητά της απέναντι σε άλλες παγκόσμιες αγορές, όπως οι ΗΠΑ και η Ασία, που επενδύουν ήδη δυναμικά στον τομέα των εναλλακτικών πρωτεϊνών.
