Επίδραση της ημερομηνίας συγκομιδής στην ποιότητα των καρπών και στην μετασυλλεκτική ικανότητα αποθήκευσης τριών διαφορετικών ποικιλιών ροδάκινου
Νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές σε Πορτογαλία και Ισπανία, εξετάζει τη σχέση μεταξύ χρόνου συγκομιδής, ποιότητας καρπών και μετασυλλεκτικής διατηρησιμότητας σε ροδάκινα που προορίζονται για αγορές μεγάλων αποστάσεων. Η έρευνα εστιάζει σε τρεις εμπορικά σημαντικές ποικιλίες ροδάκινου, τις Rich Lady, Summer Lady και Merryl O’Henry, και αναλύει με συστηματικό τρόπο πώς η επιλογή του σταδίου συγκομιδής επηρεάζει τη φυσικοχημική σύσταση, τη συμπεριφορά κατά τη συντήρηση, την εμφάνιση μετασυλλεκτικών ζημιών και την αποδοχή από τον καταναλωτή.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητικές ομάδες του Technological Institute of Food and Agriculture of Extremadura (CICYTEX) και του University of Extremadura στην Ισπανία, καθώς και του University of Évora στην Πορτογαλία, σε συνεργασία με το Mediterranean Institute for Agriculture, Environment and Development. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Foods.
Το ερευνητικό αντικείμενο εδράζεται σε ένα πρακτικό πρόβλημα της αλυσίδας αξίας των πυρηνόκαρπων: την ανάγκη τα ροδάκινα να συγκομίζονται αρκετά πρώιμα ώστε να αντέχουν μεταφορά και αποθήκευση, αλλά όχι τόσο άγουρα ώστε να φτάνουν στον καταναλωτή χωρίς επαρκή οργανοληπτική ποιότητα. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο χρονικές στιγμές συγκομιδής: την εμπορική ωρίμανση, όπως ορίζεται από τα συνήθη κριτήρια εξαγωγής, και μια ελαφρώς καθυστερημένη συγκομιδή λίγες ημέρες αργότερα. Οι καρποί συσκευάστηκαν σε παθητικά τροποποιημένη ατμόσφαιρα και αποθηκεύτηκαν σε ψυχρές συνθήκες για έως σαράντα ημέρες, προσομοιώνοντας μεταφορά σε μακρινούς προορισμούς, και στη συνέχεια εκτέθηκαν σε συνθήκες πάγκου για τρεις ημέρες.
Στην ποικιλία Rich Lady, η διαφορά μεταξύ των δύο συγκομιδών δεν ήταν έντονη ως προς το μέγεθος και το βάρος κατά τη συγκομιδή, ωστόσο η συμπεριφορά κατά τη συντήρηση διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά. Οι καρποί της πρώιμης συγκομιδής διατήρησαν επαρκή σκληρότητα και παρουσίασαν χαμηλή συχνότητα σήψεων ακόμη και μετά από παρατεταμένη ψύξη, γεγονός που τους καθιστά κατάλληλους για εξαγωγές μεγάλων αποστάσεων. Αντίθετα, οι καρποί της καθυστερημένης συγκομιδής εμφάνισαν αυξημένη απώλεια βάρους, ταχύτερη μαλάκωση και υψηλότερη συχνότητα σήψεων μετά από είκοσι ημέρες αποθήκευσης, περιορίζοντας τη δυνατότητα εμπορικής αξιοποίησης σε μακρινές αγορές, παρά το γεγονός ότι αξιολογήθηκαν θετικότερα γευστικά.
Η ποικιλία Summer Lady παρουσίασε διαφορετικό προφίλ. Οι καρποί της καθυστερημένης συγκομιδής ήταν βαρύτεροι και γενικά καλύτερα αξιολογημένοι από τους δοκιμαστές ως προς τη γεύση και τη συνολική αποδοχή. Παράλληλα, διατήρησαν ικανοποιητική σκληρότητα και σταθερά επίπεδα διαλυτών στερεών κατά τη διάρκεια της ψυχρής αποθήκευσης. Ωστόσο, η εμφάνιση τραυματισμών αποτέλεσε καθοριστικό περιοριστικό παράγοντα, ιδιαίτερα μετά τις είκοσι ημέρες αποθήκευσης και κατά τη φάση παραμονής σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Οι καρποί της πρώιμης συγκομιδής εμφάνισαν ακόμη υψηλότερη ευαισθησία σε αυτού του τύπου τις αλλοιώσεις, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα μακράς συντήρησης.
Στην περίπτωση της Merryl O’Henry, η μελέτη κατέγραψε συστηματικά χαμηλή αποδοχή από τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως χρόνου συγκομιδής. Οι καρποί διατηρούσαν υψηλή σκληρότητα ακόμη και μετά από παρατεταμένη αποθήκευση, αλλά παρουσίαζαν έντονη αδυναμία ομοιόμορφης ωρίμανσης και υψηλή συχνότητα ψυχρικών τραυματισμών, που εκδηλώνονταν κυρίως κατά τη φάση ζωής στο ράφι. Τα αισθητηριακά σχόλια ανέφεραν χαρακτηριστικά όπως σκληρή υφή, έλλειψη αρώματος και ξυλώδη αίσθηση στη σάρκα, στοιχεία που αποτυπώθηκαν και στα χαμηλά ποσοστά πρόθεσης επαναγοράς.
Σε επίπεδο φυσικοχημικών παραμέτρων, η μελέτη επιβεβαιώνει ότι τα ολικά διαλυτά στερεά παραμένουν σχετικά σταθερά κατά τη διάρκεια της ψυχρής αποθήκευσης, ενώ η ολική οξύτητα μειώνεται σταδιακά, αυξάνοντας τον λόγο σακχάρων προς οξέα, δείκτη που συνδέεται με την αντιληπτή γευστική ισορροπία. Παρά ταύτα, η αισθητηριακή αποδοχή δεν ακολουθεί πάντα γραμμικά αυτούς τους δείκτες, καθώς παράγοντες όπως οι τραυματισμοί, οι σήψεις και η ανομοιογενής υφή επηρεάζουν καθοριστικά την τελική κρίση του καταναλωτή.
Το σύνολο των αποτελεσμάτων της μελέτης ότι ο χρόνος συγκομιδής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ενιαία παράμετρος για όλες τις ποικιλίες ροδάκινου. Κάθε ποικιλία εμφανίζει διαφορετική ισορροπία μεταξύ αντοχής στη συντήρηση και δυναμικού ωρίμανσης, με άμεσες συνέπειες στην εμπορική στρατηγική για αγορές μεγάλων αποστάσεων. Η μελέτη προσφέρει τεκμηριωμένα δεδομένα που μπορούν να αξιοποιηθούν από παραγωγούς, συσκευαστήρια και εξαγωγείς για πιο ακριβή προσαρμογή των πρακτικών συγκομιδής και μετασυλλεκτικής διαχείρισης, με στόχο τη μείωση απωλειών και την καλύτερη αντιστοίχιση προϊόντος και αγοράς.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη πατήστε ΕΔΩ