Νέα στοιχεία δείχνουν κινδύνους από την χαμηλή πρόσληψη αλατιού για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Cardiovascular Development and Disease από ερευνητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εξετάζει εκτενώς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του περιορισμού του αλατιού σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Αν και για δεκαετίες ο περιορισμός του νατρίου θεωρούνταν βασικό στοιχείο της θεραπευτικής προσέγγισης, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει να αναθεωρεί αυτή τη θέση. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η υπερβολική μείωση του αλατιού μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που επιδεινώνουν τη λειτουργία της καρδιάς και των νεφρών.
Ανάλογη ανασκόπηση στο European Journal of Clinical Investigation που αξιολόγησε όλες τις σχετικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2000 και 2023, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αποδεδειγμένο κλινικό όφελος του περιορισμού της διαιτητικής πρόσληψης νατρίου σε επίπεδα κάτω από το τυπικό συνιστώμενο μέγιστο όριο των περίπου 2,3 γραμμαρίων ημερησίως για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Η καρδιακή ανεπάρκεια χαρακτηρίζεται από μείωση της αντλητικής ικανότητας της καρδιάς, κάτι που προκαλεί κατακράτηση υγρών και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Σε αυτή τη συνθήκη, το σώμα ενεργοποιεί ορμονικά συστήματα, όπως το ρενίνη-αγγειοτενσίνη-αλδοστερόνη, για να διατηρήσει την κυκλοφορία του αίματος. Όταν το νάτριο περιορίζεται υπερβολικά, οι μηχανισμοί αυτοί ενεργοποιούνται ακόμη περισσότερο, προκαλώντας αγγειοσύσπαση και κατακράτηση υγρών, κάτι που τελικά μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας αντί να τα βελτιώσει.
Οι κλινικές δοκιμές που αναλύθηκαν στη μελέτη του ΑΠΘ, δίνουν μια πολύπλοκη εικόνα. Σε ορισμένους ασθενείς με ήπια μορφή καρδιακής ανεπάρκειας, μια μέτρια μείωση της πρόσληψης αλατιού φαίνεται να βελτιώνει την ποιότητα ζωής και τα συμπτώματα, μειώνοντας το οίδημα και τη δύσπνοια. Αντίθετα, σε ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, η αυστηρή δίαιτα χαμηλή σε νάτριο συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπονατριαιμίας, αφυδάτωσης, νεφρικής δυσλειτουργίας και υποσιτισμού. Αυτές οι διαφορές δείχνουν ότι δεν υπάρχει μια ενιαία στρατηγική που να ταιριάζει σε όλους.
Η ετερογένεια των αποτελεσμάτων εξηγείται από παράγοντες όπως η «ευαισθησία στο αλάτι», η ηλικία, οι συνοδές παθήσεις και η φαρμακευτική αγωγή. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι ηλικιωμένοι και όσοι λαμβάνουν διουρητικά κινδυνεύουν περισσότερο από τις παρενέργειες του αυστηρού περιορισμού. Επιπλέον, η μέτρηση της πρόσληψης νατρίου είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από κρυφές πηγές σε επεξεργασμένα τρόφιμα, έτοιμα γεύματα και φάρμακα που περιέχουν νάτριο.
Η μελέτη δίνει έμφαση και στη διατροφική διάσταση της καρδιακής ανεπάρκειας. Ο περιορισμός του αλατιού πρέπει να ισορροπεί με την ανάγκη για επαρκή πρόσληψη θερμίδων, πρωτεϊνών και μικροθρεπτικών συστατικών, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και τους ασθενείς με ευπάθεια ή καχεξία. Η κακή διατροφή και η απώλεια μυϊκής μάζας συνδέονται με αυξημένες νοσηλείες και θνησιμότητα, γεγονός που καθιστά την εξατομικευμένη διατροφική φροντίδα ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της πρόγνωσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάγκη για ομαδική προσέγγιση μέσω ομάδων «καρδιο-διατροφής», που θα περιλαμβάνουν καρδιολόγους, διαιτολόγους και επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Η εκπαίδευση του ασθενούς, η καθοδήγηση στην επιλογή τροφίμων και η αξιοποίηση τεχνολογικών εργαλείων για την παρακολούθηση της πρόσληψης αλατιού μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη συμμόρφωση και την ποιότητα ζωής. Παράλληλα, απαιτούνται πολιτικές δημόσιας υγείας που θα υποχρεώνουν τη βιομηχανία τροφίμων να μειώσει το νάτριο στα επεξεργασμένα προϊόντα και να παρέχει σαφέστερη επισήμανση.
Οι συγγραφείς προτείνουν ότι η μελλοντική έρευνα πρέπει να εστιάσει στην εξατομίκευση της δίαιτας. Αντί για γενικές συστάσεις, χρειάζεται αξιολόγηση του κάθε ασθενούς με βάση τη λειτουργία της καρδιάς, τη νεφρική κατάσταση, τη φαρμακευτική αγωγή και τη διατροφική του κατάσταση. Η χρήση βιοδεικτών ευαισθησίας στο αλάτι και η εφαρμογή ψηφιακών εργαλείων για την παρακολούθηση της πρόσληψης μπορούν να οδηγήσουν σε πιο ακριβείς, ασφαλείς και αποτελεσματικές παρεμβάσεις.
Συνολικά, η μελέτη καταλήγει ότι ο περιορισμός του αλατιού δεν είναι πανάκεια για όλους τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η μέτρια μείωση μπορεί να προσφέρει οφέλη, αλλά η υπερβολική περιοριστική δίαιτα μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Η σύγχρονη καρδιολογία καλείται να περάσει από τις γενικευμένες οδηγίες σε μια πιο έξυπνη, προσωποποιημένη διαχείριση που θα εξισορροπεί την ασφάλεια, τη θρέψη και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2308-3425/12/11/432
Αναφορά: Σταχτέας Παναγιώτης, Αθηνά Νασουφίδου, Μαρκέλλα Κοιλιάρη, Βασιλική Αραμπατζή, Χρύσα Αλεξάκη, Χρήστος Κωφός, Πασχάλης Καρακάσης, Ευστράτιος Καραγιαννίδης, Θεοχάρης Κουφάκης, Νικόλαος Φραγκάκης, κ.α. 2025. “Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του περιορισμού του αλατιού Across the Spectrum of Heart Failure” Journal of Cardiovascular Development and Disease 12, αρ. 11: 432. https://doi.org/10.3390/jcdd12110432