Νέα ανασκόπηση συνθέτει για πρώτη φορά τις επιδράσεις τροποποιήσιμων παραγόντων τρόπου ζωής στο κολπικό, εντερικό, στοματικό και δερματικό μικροβίωμα των γυναικών
Το ανθρώπινο μικροβίωμα, δηλαδή το σύνολο των μικροοργανισμών που κατοικούν στο σώμα μας, αναγνωρίζεται πλέον ως κεντρικός ρυθμιστής της ανοσολογικής απόκρισης και των μεταβολικών διεργασιών. Αυτό που η επιστήμη άργησε να αναγνωρίσει επαρκώς είναι ότι το μικροβίωμα δεν είναι ίδιο σε άντρες και γυναίκες, καθώς οι κυκλικές διακυμάνσεις των ορμονών του φύλου στις γυναίκες, που συνοδεύουν αναπαραγωγικά γεγονότα και αλλαγές στη σωματική σύσταση, δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό μικροβιακό τοπίο. Μια νέα ολοκληρωμένη ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Microbial Ecology επικεντρώνεται αποκλειστικά στις γυναίκες και εξετάζει πώς ο τρόπος ζωής διαμορφώνει τη μικροβιακή χλωρίδα σε τέσσερις βασικές ανατομικές περιοχές.
Το καλύτερα μελετημένο σύστημα είναι το κολπικό μικροβίωμα, όπου η κυριαρχία του Lactobacillus αποτελεί καθιερωμένο δείκτη υγιούς μικροβιακής ισορροπίας (ευβίωση). Η διαταραχή αυτής της ισορροπίας, γνωστή ως δυσβίωση, συνδέεται με φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, ενδομητρίωση και επιπλοκές κύησης όπως πρόωρος τοκετός.
Η ανασκόπηση εντόπισε πολλούς παράγοντες τρόπου ζωής που επηρεάζουν αυτή την ισορροπία. Η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με μείωση του Lactobacillus και αύξηση της μικροβιακής ποικιλότητας στον κόλπο, ένα προφίλ που αυξάνει την ευαισθησία σε βακτηριακή κολπίτιδα. Η παχυσαρκία (ΔΜΣ άνω του 30) συνδέεται με αύξηση Megasphaera και Mobiluncus και μείωση Lactobacillus. Το κάπνισμα παρουσιάζει δοσοεξαρτώμενο πρότυπο με αντιοιστρογονικά αποτελέσματα, καθώς οι χρόνιες καπνίστριες εμφανίζουν μειωμένα επίπεδα Lactobacillus και αυξημένους φλεγμονώδεις μεταβολίτες στην κολπική οδό.
Διατροφή, στρες και υγιεινή
Η διατροφή επηρεάζει το κολπικό μικροβίωμα μέσω του άξονα εντέρου-κόλπου: διατροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες και άμυλο συνδέονται με ευνοϊκότερα κολπικά μικροβιακά προφίλ και μειωμένο κίνδυνο βακτηριακής κολπίτιδας, πιθανώς μέσω της επίδρασης στον μεταβολισμό οιστρογόνων και στην παραγωγή βραχυάλυσων λιπαρών οξέων. Η υψηλή πρόσληψη φυτικών ινών συνδέεται επίσης με μειωμένα συστηματικά επίπεδα ορμονών του φύλου, συμπεριλαμβανομένων οιστρογόνων, προγεστερόνης και γοναδοτροπινών.
Το στρες δρα μέσω κορτιζόλης, αναστέλλοντας την εναπόθεση γλυκογόνου στον κόλπο. Αυτό μειώνει την ενεργειακή παροχή στο Lactobacillus, αποδυναμώνοντας την προστατευτική του δράση. Η υπερβολική υγιεινή της κολπικής περιοχής με καθαριστικά προϊόντα συνδέεται με τριπλάσια αύξηση δυσμενών εκβάσεων όπως βακτηριακή κολπίτιδα, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις και ουρολοιμώξεις.
Εντερικό, στοματικό και δερματικό μικροβίωμα
Στο εντερικό μικροβίωμα, η παχυσαρκία συνδέεται με υψηλότερη αναλογία Firmicutes προς Bacteroidetes και χαμηλότερα επίπεδα Bifidobacterium, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ μειώνει τα Bacteroidetes και αυξάνει τα Proteobacteria και Fusobacteria, μικρόβια που συνδέονται με φλεγμονή. Η ανασκόπηση τονίζει επίσης ότι η δυσβίωση του εντερικού και δερματικού μικροβιώματος συνδέεται με μεταβολικές διαταραχές όπως η παχυσαρκία και φλεγμονώδεις καταστάσεις όπως η ακμή.
Συνολικά, η ανασκόπηση υπογραμμίζει την ανάγκη για εξατομικευμένες κλινικές παρεμβάσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών ανατομικών περιοχών και τις ειδικές ανάγκες της γυναικείας υγείας, αντί της μέχρι τώρα συνηθισμένης προσέγγισης που συνδύαζε δεδομένα ανδρών και γυναικών ή εστίαζε σε μία μόνο ανατομική περιοχή.