Ο τρόπος με τον οποίο οι χώρες παρακολουθούν τους παιδικούς εμβολιασμούς δεν αποτυπώνει πάντα τι συμβαίνει όταν ένα παιδί δεν λάβει μια δόση στην προβλεπόμενη ηλικία. Αυτό προκύπτει από νέα ανάλυση δεδομένων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της UNICEF από 194 χώρες, η οποία εξέτασε την περίοδο 2016-2022 και επικεντρώθηκε στην καταγραφή των καθυστερημένων ή «catch-up» εμβολιασμών.
Η μελέτη δείχνει ότι το 2022 μόλις 64% των χωρών που υπέβαλαν στοιχεία δήλωσαν ότι διέθεταν σύστημα ικανό να καταγράφει ξεχωριστά τις καθυστερημένες δόσεις. Το ποσοστό αυτό ήταν 55,5% το 2016, γεγονός που δείχνει βελτίωση, αλλά παράλληλα σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των εθνικών συστημάτων εξακολουθεί να μην μπορεί να παρακολουθήσει με σαφήνεια τι συμβαίνει όταν οι εμβολιασμοί πραγματοποιούνται εκτός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή οι καθυστερημένες δόσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ένα παιδί παραμένει ανεμβολίαστο. Ένα παιδί μπορεί να χάσει τον προγραμματισμένο χρόνο μιας δόσης και να την κάνει αργότερα, όμως τα συστήματα που καταγράφουν τις χορηγήσεις ανά ημερολογιακό έτος ή με συγκεντρωτικά στοιχεία ενδέχεται να μην αποτυπώνουν αυτή την πορεία με ακρίβεια. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η παρακολούθηση μιας συγκεκριμένης ομάδας παιδιών, δηλαδή μιας κοόρτης γέννησης, σε βάθος χρόνου μπορεί να δώσει διαφορετική εικόνα από εκείνη που προκύπτει όταν η κάλυψη υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση ένα ημερολογιακό έτος.
Στην περίπτωση της πρώτης δόσης εμβολίου που περιέχει συστατικό κατά της ιλαράς, περίπου 47% των χωρών που υπέβαλαν στοιχεία το 2022 παρείχαν ποσοτικά δεδομένα για τις καθυστερημένες δόσεις. Μεταξύ των διαθέσιμων παρατηρήσεων για την περίοδο 2016-2022, το διάμεσο ποσοστό των δόσεων MCV1 που καταγράφηκαν ως καθυστερημένες ήταν 4,4%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2022 έφτασε το 6,3%.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν οι ερευνητές παρακολουθούν τις ομάδες παιδιών διαχρονικά και συνυπολογίζουν τις δόσεις που χορηγήθηκαν αργότερα. Ανάλογα με το έτος γέννησης της κοόρτης, η προσθήκη των καθυστερημένων δόσεων αύξησε τις διάμεσες εκτιμήσεις εμβολιαστικής κάλυψης κατά 3,6 έως 5,1 ποσοστιαίες μονάδες. Σε παραδείγματα που εξετάστηκαν για παιδιά της κοόρτης του 2020 στην Αργεντινή και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος, η συνυπολόγιση των καθυστερημένων δόσεων αύξησε την εκτιμώμενη κάλυψη της πρώτης δόσης του εμβολίου κατά της ιλαράς κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι διαφορές δεν ήταν ίδιες σε όλες τις περιοχές και κατηγορίες χωρών. Η ανάλυση έδειξε σημαντική μεταβλητότητα ανά γεωγραφική περιοχή και επίπεδο εισοδήματος ως προς τη δυνατότητα καταγραφής των καθυστερημένων δόσεων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι χώρες χαμηλού εισοδήματος ανέφεραν συχνότερα την ύπαρξη τέτοιου συστήματος από τις χώρες υψηλού εισοδήματος. Οι ερευνητές σημειώνουν, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη σύγκριση πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή, καθώς μέρος των χωρών υψηλού εισοδήματος βασίζεται κυρίως σε έρευνες και όχι σε διοικητικά συστήματα πληροφοριών εμβολιασμού.
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη συνέπεια των στοιχείων. Από τις 126 χώρες που διέθεταν πλήρη δεδομένα και για τα επτά έτη της περιόδου 2016-2022, 33 χώρες, δηλαδή 26,2%, δήλωσαν σε κάποια χρονιά ότι μπορούσαν να καταγράψουν καθυστερημένες δόσεις και σε μεταγενέστερη χρονιά ότι δεν μπορούσαν. Οι συγγραφείς θεώρησαν αυτή τη μεταβολή ένδειξη ασυνεπούς αναφοράς, γεγονός που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στην αποτίμηση της παγκόσμιας εμβολιαστικής κάλυψης.
Η συγκεκριμένη αδυναμία καταγραφής έχει ιδιαίτερη σημασία μετά την αναστάτωση που προκάλεσε η πανδημία COVID-19 στα προγράμματα ρουτίνας. Η πτώση της εμβολιαστικής κάλυψης και οι διακοπές στις υπηρεσίες εμβολιασμού δημιούργησαν κενά ανοσίας σε αρκετές χώρες, με αποτέλεσμα οι διεθνείς οργανισμοί να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στους εμβολιασμούς αναπλήρωσης. Το 2023 ξεκίνησε η διεθνής πρωτοβουλία Big Catch-up, με στόχο την κάλυψη παιδιών που έχασαν εμβολιασμούς, την αποκατάσταση της κάλυψης ρουτίνας και την ενίσχυση των συστημάτων ανοσοποίησης.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ο έγκαιρος εμβολιασμός παραμένει σημαντικός επειδή περιορίζει το διάστημα κατά το οποίο ένα παιδί δεν διαθέτει την προβλεπόμενη προστασία. Ωστόσο, όταν μια δόση καθυστερήσει, ο εμβολιασμός αργότερα παραμένει προτιμότερος από το να μην πραγματοποιηθεί καθόλου. Για τον λόγο αυτό, η δυνατότητα των συστημάτων υγείας να καταγράφουν όχι μόνο αν μια δόση χορηγήθηκε, αλλά και πότε χορηγήθηκε σε σχέση με την ηλικία του παιδιού, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η ανάλυση συνέβαλε ήδη σε αλλαγές στον τρόπο συλλογής των διεθνών δεδομένων. Ο ΠΟΥ και η UNICEF τροποποίησαν το ηλεκτρονικό Κοινό Έντυπο Αναφοράς για την Ανοσοποίηση το 2024, προσθέτοντας ορισμούς και ερωτήσεις που επιτρέπουν πιο αναλυτική καταγραφή των καθυστερημένων δόσεων, μεταξύ άλλων με διαχωρισμό ανά ηλικιακή ομάδα. Οι αλλαγές αποσκοπούν στη βελτίωση της παρακολούθησης των παιδιών που εμβολιάζονται αργότερα από το προβλεπόμενο και στη δημιουργία πιο αξιόπιστης εικόνας για την πραγματική κάλυψη μιας γενιάς παιδιών.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα έχουν περιορισμούς, καθώς βασίζονται σε αναφορές των κρατών και δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί πλήρως η ποιότητά τους. Δεν υπάρχει επίσης ενιαία διαδικασία με την οποία να έχει επικυρωθεί συστηματικά σε όλες τις χώρες η ακρίβεια της καταγραφής των καθυστερημένων δόσεων κατά τη στιγμή του εμβολιασμού. Τα στοιχεία επομένως δείχνουν κυρίως τις δυνατότητες των συστημάτων καταγραφής και όχι μια απόλυτα ακριβή αποτύπωση όλων των καθυστερημένων εμβολιασμών παγκοσμίως.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Gates Open Research.