Ερευνητές εντόπισαν έναν απροσδόκητο σύνδεσμο μεταξύ εντερικών βακτηρίων, μιτοχονδριακής λειτουργίας και νεφρικής υγείας
Η χρόνια νεφρική νόσος (ΧΝΝ) αποτελεί μια από τις σοβαρότερες και πιο διαδεδομένες παθήσεις παγκοσμίως, επηρεάζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, η νεφρική λειτουργία υποχωρεί σταδιακά και αμετάστρεπτα, με πολλούς ασθενείς να οδηγούνται τελικά στην αιμοκάθαρση για να επιβιώσουν. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη θεραπεία της, δεν υπάρχει ακόμα καμία εγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που να αναστρέφει άμεσα τη νεφρική βλάβη. Σε αυτό το κλινικό κενό, ερευνητές του Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Tohoku στην Ιαπωνία εντόπισαν μια εντελώς απροσδόκητη δυνατότητα, ξεκινώντας από μια παρατήρηση που φαινόταν αρχικά άσχετη: Οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο παρουσιάζουν συχνά και χρόνια δυσκοιλιότητα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Science Advances. Η αφετηρία της έρευνας ήταν η παρατήρηση ότι η δυσκοιλιότητα διαταράσσει το εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή το σύνολο των βακτηρίων που κατοικούν στο πεπτικό σύστημα, και ότι αυτή η διαταραχή επιδεινώνει τη νεφρική λειτουργία. Εάν λοιπόν η αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ισορροπία του μικροβιώματος, θα μπορούσε ταυτόχρονα να επωφεληθεί και το νεφρό; Αυτή η υπόθεση οδήγησε στον σχεδιασμό της κλινικής δοκιμής LUBI-CKD TRIAL, που διεξήχθη σε εννέα ιατρικά ιδρύματα στην Ιαπωνία.
Τι έδειξε η κλινική δοκιμή με 150 ασθενείς
Η δοκιμή Phase II περιελάμβανε 150 ασθενείς με μέτριας σοβαρότητας χρόνια νεφρική νόσο, οι οποίοι έλαβαν είτε λουμπιπροστόνη είτε εικονικό φάρμακο για διάστημα 24 εβδομάδων. Η λουμπιπροστόνη είναι ένα ήδη εγκεκριμένο φάρμακο για τη χρόνια δυσκοιλιότητα, γεγονός που καθιστά το εύρημα ιδιαίτερα σημαντικό από κλινική σκοπιά, καθώς η πορεία προς πιθανή κλινική εφαρμογή θα ήταν ταχύτερη σε σχέση με την ανάπτυξη εντελώς νέου φαρμάκου. Οι ασθενείς που έλαβαν δόσεις 8 μg ή 16 μg λουμπιπροστόνης εμφάνισαν βραδύτερη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, μετρούμενη μέσω του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR), που αποτελεί τον κύριο δείκτη αξιολόγησης της νεφρικής υγείας. Η προστατευτική δράση φάνηκε να εξαρτάται από τη δόση, με την ομάδα των 16 μg να εμφανίζει τα πιο ευνοϊκά αποτελέσματα.
Αυτό που διέκρινε την έρευνα από άλλες κλινικές δοκιμές ήταν η εμβάθυνση στους μηχανισμούς που ευθύνονται για αυτό το αποτέλεσμα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η λουμπιπροστόνη τροποποίησε τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, αυξάνοντας την παραγωγή σπερμιδίνης, μιας φυσικά εμφανιζόμενης ένωσης που συνδέεται με βελτιωμένη μιτοχονδριακή λειτουργία. Τα μιτοχόνδρια, που αποκαλούνται συχνά «εργοστάσια ενέργειας» των κυττάρων, παίζουν κεντρικό ρόλο στην υγεία των νεφρικών κυττάρων. Η βελτίωση της μιτοχονδριακής λειτουργίας φαίνεται να περιορίζει την περαιτέρω βλάβη στον νεφρικό ιστό. Αξιοσημείωτο είναι ότι το φάρμακο δεν μείωσε σημαντικά ορισμένες ουραιμικές τοξίνες που οι ερευνητές αρχικά περίμεναν να επηρεαστούν, υποδηλώνοντας ότι ο κύριος μηχανισμός δράσης είναι η αναδιαμόρφωση του μικροβιώματος και η ενίσχυση της μιτοχονδριακής υγείας παρά η άμεση αποτοξίνωση.
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει τώρα μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές Phase III για να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα σε ευρύτερο πληθυσμό και να εντοπίσει βιοδείκτες που θα επιτρέπουν την πρόβλεψη ποιοι ασθενείς θα ανταποκρίνονται καλύτερα στη θεραπεία. Το εύρημα έχει επίσης ενδιαφέρον πέρα από τη νεφρολογία, καθώς η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία εμπλέκεται σε πολλές χρόνιες παθήσεις, ανοίγοντας το ερώτημα αν παρόμοιες στρατηγικές που στοχεύουν στο εντερικό μικροβίωμα θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή και σε άλλες νόσους. Για τους ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, ακόμα και η επιβράδυνση της επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να σημαίνει καθυστέρηση ή αποφυγή της αιμοκάθαρσης, με άμεσες συνέπειες στην ποιότητα και την αυτονομία της ζωής τους.