Επιστήμονες καλούν σε προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη τα συναισθήματα των ίδιων των καταναλωτών
Μια νέα πολυεπιστημονική μελέτη από τα Πανεπιστήμια Staffordshire, Liverpool, Oxford Brookes και London South Bank φωτίζει το βαθύ χάσμα που χωρίζει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής από τους ίδιους τους καταναλωτές όσον αφορά την κατανάλωση αλκοόλ. Με τη χρήση γλωσσολογικής ανάλυσης σε πολιτικά κείμενα και καθημερινές αφηγήσεις νεαρών ενηλίκων, οι ερευνητές αποκάλυψαν σημαντικές διαφορές στον τρόπο που οι δύο πλευρές μιλούν για το αλκοόλ, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων παρεμβάσεων και καμπανιών πρόληψης.
Τα ευρήματα δείχνουν πως οι πολιτικές παρεμβάσεις πλαισιώνουν το αλκοόλ σχεδόν αποκλειστικά με αρνητικούς όρους, ως μια προβληματική συμπεριφορά προς διόρθωση. Αντίθετα, οι ίδιοι οι πότες περιγράφουν την εμπειρία της κατανάλωσης μέσα από ένα φάσμα συναισθημάτων, από χαρά και κοινωνική σύνδεση μέχρι ενοχή, ντροπή ή θλίψη. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Ψυχολογίας Υγείας Richard Cooke, οι πολιτικές «επικεντρώνονται στο τι κάνουν οι άνθρωποι, όχι στο γιατί». Και προσθέτει πως η επιτυχής πρόληψη δεν μπορεί να αγνοεί τα κίνητρα και το συναισθηματικό υπόβαθρο της κατανάλωσης, όπως η ανάγκη για κοινωνικοποίηση, ανακούφιση από άγχος ή ταύτιση με την παρέα.
Τα ευρήματα αμφισβητούν επίσης τη σταθερή εστίαση των πολιτικών στις νεότερες ηλικίες, προειδοποιώντας για την αύξηση της κατανάλωσης στους ηλικιωμένους, η οποία συνδέεται στενότερα με χρόνιες παθήσεις, όπως ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Το αλκοόλ ευθύνεται για περίπου 17.000 διαγνώσεις καρκίνου κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το World Cancer Research Fund να ζητά την υιοθέτηση νέας Εθνικής Στρατηγικής για το Αλκοόλ, η οποία θα περιλαμβάνει ελάχιστη τιμή ανά μονάδα, σαφέστερη σήμανση και περιορισμούς στο μάρκετινγκ.
Η τελευταία στρατηγική πολιτική για το αλκοόλ δημοσιεύθηκε το 2012. Οι ερευνητές της μελέτης καλούν την κυβέρνηση να προχωρήσει επειγόντως στην αναθεώρησή της, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή των ίδιων των πολιτών. Όπως σημειώνεται, οι πολιτικές πρέπει να αντανακλούν τις πραγματικές εμπειρίες, αντιλήψεις και κίνητρα των καταναλωτών και όχι να βασίζονται μόνο σε στατιστικά δεδομένα και καθοδηγητικές οδηγίες.
Ο καθηγητής Cooke τονίζει: «Χρειαζόμαστε πολιτικές που να αντηχούν στη ζωή των ανθρώπων. Η μείωση της κατανάλωσης δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από το κοινωνικό της πλαίσιο. Αν δεν κατανοήσουμε τις συναισθηματικές και κοινωνικές διαστάσεις της κατανάλωσης, οι εκστρατείες πρόληψης θα συνεχίσουν να αποτυγχάνουν για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού».
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ.