Πώς ο ΔΜΣ υπερεκτιμά την παχυσαρκία και την υπέρβαρη κατάσταση σε σημαντικό ποσοστό πληθυσμού
Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες ως το βασικό εργαλείο ταξινόμησης βάρους τόσο στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, όσο και στις δημόσιες πολιτικές. Παρά την αυξανόμενη κριτική για τους περιορισμούς του, παραμένει η προεπιλεγμένη μέθοδος αξιολόγησης. Ωστόσο, μια νέα ιταλική μελέτη που θα παρουσιαστεί στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Παχυσαρκίας (ECO 2026) στην Κωνσταντινούπολη και δημοσιεύεται στο περιοδικό Nutrients δείχνει ότι οι αμφιβολίες για τον ΔΜΣ είναι πλήρως δικαιολογημένες.
Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια της Μόντενα και της Βερόνα στην Ιταλία, καθώς και το Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, μελέτησαν 1.351 ενήλικες ηλικίας 18 έως 98 ετών. Για κάθε συμμετέχοντα υπολόγισαν την κατηγορία βάρους τόσο με τον συμβατικό ΔΜΣ όσο και με την απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA), που θεωρείται η πιο αξιόπιστη διαθέσιμη μέθοδος μέτρησης σωματικού λίπους. Η DXA λαμβάνει υπόψη την ηλικία και το πραγματικό ποσοστό σωματικού λίπους του ατόμου για να προσδιορίσει την κατηγορία βάρους.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν σοβαρό πρόβλημα
Σύμφωνα με τον ΔΜΣ, το 26,2% των συμμετεχόντων ταξινομήθηκε ως υπέρβαρο και το 14,1% ως παχύσαρκο. Όταν όμως χρησιμοποιήθηκε η DXA, τα νούμερα άλλαξαν και το σημαντικότερο είναι ότι δεν επρόκειτο πάντα για τα ίδια άτομα.
Από εκείνους που ο ΔΜΣ κατέτασσε ως παχύσαρκους, το 34% είχε ταξινομηθεί λανθασμένα και ανήκε στην κατηγορία υπέρβαρων. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το εύρημα για την κατηγορία υπέρβαρων, καθώς το 53% από αυτούς είχαν λάβει λανθασμένη κατάταξη, με τα τρία τέταρτα των λανθασμένα ταξινομημένων να ανήκουν στο φυσιολογικό βάρος και το υπόλοιπο τέταρτο στην παχυσαρκία. Για τους ανθρώπους με φυσιολογικό ΔΜΣ, η συμφωνία ήταν καλύτερη αλλά όχι τέλεια:Το 78% ταξινομήθηκε σωστά, ενώ το 22% ανήκε σε διαφορετική κατηγορία με βάση τη DXA. Η μεγαλύτερη διαφωνία εντοπίστηκε στην κατηγορία του ελλιποβαρούς, όπου τα 68,4% αυτών που ο ΔΜΣ χαρακτήριζε ελλιποβαρείς βρέθηκαν να έχουν φυσιολογικό βάρος.
Συνολικά, η πραγματική επίπτωση υπέρβαρης κατάστασης και παχυσαρκίας στο δείγμα ήταν περίπου 37% με βάση τη DXA έναντι 40% με βάση τον ΔΜΣ. Αν και η διαφορά φαίνεται μικρή, το πρόβλημα είναι ότι αφορά σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά άτομα σε κάθε μέθοδο.
Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες δημόσιας υγείας πρέπει να αναθεωρηθούν ώστε να συνδυάζουν τον ΔΜΣ με άμεσες μετρήσεις σύστασης σώματος ή με υποκατάστατα μέτρα όπως η αναλογία μέσης-ύψους. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι παρόμοιο επίπεδο λανθασμένης ταξινόμησης αναμένεται και σε άλλες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες λευκές πληθυσμιακές ομάδες.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη μπείτε εδώ
