Η παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού έχει γίνει πλέον καθημερινή συνήθεια για εκατομμύρια ανθρώπους μέσω των έξυπνων ρολογιών και των συσκευών καταγραφής υγείας. Πολλοί χρήστες ελέγχουν τις μετρήσεις τους πριν πέσουν για ύπνο, θεωρώντας ότι ένας χαμηλός καρδιακός ρυθμός αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση χαλάρωσης και ότι η νύχτα που ακολουθεί θα είναι πιο ξεκούραστη. Ωστόσο, ειδικοί στον ύπνο επισημαίνουν ότι η σχέση ανάμεσα στον καρδιακό ρυθμό πριν τον ύπνο και την ποιότητα του ύπνου είναι πιο σύνθετη από έναν απλό αριθμό στην οθόνη ενός ρολογιού.
Ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση του οργανισμού τη συγκεκριμένη στιγμή. Ένας αυξημένος αριθμός παλμών πριν τον ύπνο μπορεί να δείχνει ότι το νευρικό σύστημα βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση έντασης, κάτι που μπορεί να συνδέεται με στρες, κατανάλωση καφεΐνης, αλκοόλ, έντονη άσκηση, ασθένεια ή ένα βαρύ γεύμα κοντά στην ώρα του ύπνου. Για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες, ο φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός ηρεμίας κυμαίνεται περίπου από 60 έως 100 παλμούς το λεπτό, αν και οι τιμές διαφέρουν ανάλογα με τη φυσική κατάσταση και τα ατομικά χαρακτηριστικά.
Η ιδέα ότι ένας συγκεκριμένος αριθμός παλμών πριν τον ύπνο μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια την ποιότητα της νύχτας έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, καθώς οι συσκευές παρακολούθησης υγείας προσφέρουν ολοένα περισσότερα δεδομένα. Ωστόσο, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ο καρδιακός ρυθμός λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη της φυσιολογικής ετοιμότητας του οργανισμού για ύπνο και όχι ως αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης.
Ένας υψηλός καρδιακός ρυθμός πριν τον ύπνο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα κοιμηθεί άσχημα. Συχνά αποτελεί απλώς αποτέλεσμα των ίδιων παραγόντων που επηρεάζουν τον ύπνο. Για παράδειγμα, το άγχος μπορεί να αυξήσει τους παλμούς και ταυτόχρονα να δυσκολέψει την έλευση του ύπνου, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί επίσης να επηρεάσει τόσο την καρδιακή λειτουργία όσο και τη φυσιολογική αρχιτεκτονική του ύπνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αυξημένος καρδιακός ρυθμός δεν είναι η αιτία του προβλήματος, αλλά ένας δείκτης ότι κάτι άλλο επηρεάζει τον οργανισμό.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η ποιότητα του ύπνου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που δεν μπορούν να αποτυπωθούν πλήρως σε μια μέτρηση. Η καθημερινή φυσική δραστηριότητα, το επίπεδο στρες, η σταθερότητα του ωραρίου ύπνου και το πόσο ξεκούραστος αισθάνεται κάποιος το πρωί αποτελούν εξίσου σημαντικές ενδείξεις.
Η αυξανόμενη χρήση των έξυπνων ρολογιών έχει δημιουργήσει και ένα νέο φαινόμενο που οι ειδικοί ονομάζουν ορθοϋπνία, δηλαδή την υπερβολική ενασχόληση με την επίτευξη του «τέλειου» ύπνου μέσω συνεχούς παρακολούθησης δεδομένων. Κάποιοι χρήστες μπορεί να αγχώνονται όταν βλέπουν μια λιγότερο ιδανική μέτρηση στο ρολόι τους, με αποτέλεσμα η ίδια η προσπάθεια βελτίωσης του ύπνου να προκαλεί μεγαλύτερη ένταση.