Τι αποκαλύπτει η επιστήμη του ύπνου
Οι άνθρωποι χωρίζονται χονδρικά σε αυτούς που αποδίδουν καλύτερα τις πρωινές ώρες και εκείνους που λειτουργούν πιο αποδοτικά αργά το βράδυ. Αυτή η διαφορά δεν ορίζεται πάντα από τις προτιμήσεις ή τις κοινωνικές υποχρεώσεις, αλλά και από γενετικούς, νευρολογικούς και ορμονικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν τον κιρκαδικό ρυθμό.
Πρόσφατες επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως οι «πρωινοί τύποι» είναι πιο πιθανό να αναφέρουν αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, σταθερότερη διάθεση και συνολικά καλύτερη ψυχική υγεία. Αντίθετα, τα «νυχτοπούλια» φαίνεται να εμφανίζουν συχνότερα δυσκολίες ύπνου, αυξημένη επιρρέπεια σε κατάθλιψη, άγχος ή ακόμα και διατροφικές διαταραχές, σύμφωνα με τα στοιχεία.
Μια σημαντική μελέτη σε 564 φοιτητές ιατρικής διαπίστωσε σαφή θετική συσχέτιση ανάμεσα στον πρωινό χρονοτύπο και την ευτυχία, ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας. Άλλες αναλύσεις, τόσο σε νέους όσο και σε ηλικιωμένους, ενισχύουν αυτό το εύρημα, υποδεικνύοντας ότι τα βιολογικά ρολόγια που συγχρονίζονται φυσικά με το ηλιακό φως συνδέονται με πιο σταθερό συναισθηματικό προφίλ.
Ωστόσο, ο καθορισμός του αν κάποιος είναι πρωινός ή βραδινός τύπος δεν είναι πάντα θέμα συνήθειας. Σε μελέτη με πάνω από 700.000 άτομα, εντοπίστηκε γενετική συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων γονιδιακών παραλλαγών και του βιολογικού ρυθμού. Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιους, η τάση να κοιμούνται αργά ή να ξυπνούν δύσκολα νωρίς δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά εγγεγραμμένη στο DNA τους.
Παρ’ όλα αυτά, για όσους επιθυμούν να ευθυγραμμιστούν περισσότερο με έναν πρωινό τρόπο ζωής, υπάρχουν στρατηγικές που βοηθούν. Η έκθεση στο φυσικό φως νωρίς το πρωί, η αποφυγή μπλε φωτός τη νύχτα, η καθιέρωση σταθερού ωραρίου ύπνου, η άσκηση και ο περιορισμός του καφέ μπορούν να μετακινήσουν σταδιακά τον κιρκαδικό ρυθμό. Όμως, η επιτυχία αυτών των τεχνικών εξαρτάται και από τη βιολογική ευκαμψία του κάθε οργανισμού.