Πότε μπορεί να αποβεί επιβλαβής
Η ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος μέσω συμπληρωμάτων αποτελεί μια από τις πιο διαδεδομένες πρακτικές στην εποχή μας. Ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες η ζήτηση για σκευάσματα που υπόσχονται θωράκιση απέναντι σε ιώσεις και κόπωση αυξάνεται κατακόρυφα. Ωστόσο η Dr. Zoe Williams μέσα από την πρόσφατη παρέμβασή της κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια αθέατη πλευρά αυτής της συνήθειας. Η αλόγιστη χρήση βιταμινών χωρίς ιατρική επίβλεψη μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας ανατρέποντας την ευαίσθητη χημική ισορροπία του οργανισμού. Ενώ οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες αποβάλλονται εύκολα από το σώμα υπάρχει μια συγκεκριμένη ομάδα συστατικών που μπορεί να μετατραπεί σε «δηλητήριο» αν ληφθεί σε υπερβολικές ποσότητες.
Η παγίδα των λιποδιαλυτών βιταμινών
Η βασική διάκριση που πρέπει να κατανοήσει κάθε καταναλωτής αφορά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα επεξεργάζεται τα θρεπτικά συστατικά. Οι βιταμίνες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες τις υδατοδιαλυτές και τις λιποδιαλυτές. Οι υδατοδιαλυτές όπως η βιταμίνη C και οι βιταμίνες του συμπλέγματος B αν καταναλωθούν σε περίσσεια αποβάλλονται από τον οργανισμό μέσω του ουροποιητικού συστήματος μέσα σε λίγες ώρες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η υπερβολή είναι εντελώς ακίνδυνη αλλά ο κίνδυνος τοξικότητας είναι σημαντικά μικρότερος.
Αντίθετα οι βιταμίνες A, D, E και K ανήκουν στην κατηγορία των λιποδιαλυτών. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα τις αποθηκεύει στον λιπώδη ιστό και στο ήπαρ ώστε να τις χρησιμοποιήσει όταν υπάρχει ανάγκη. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η πρόσληψη από τα συμπληρώματα είναι διαρκώς υψηλότερη από την κατανάλωση. Σε αυτή την περίπτωση οι βιταμίνες συσσωρεύονται και τα επίπεδά τους στο αίμα μπορεί να φτάσουν σε επικίνδυνα όρια. Η Dr. Williams τονίζει ότι η περίπτωση της βιταμίνης D απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή καθώς η χρήση της έχει γίνει μαζική τα τελευταία χρόνια χωρίς πάντα να υπάρχει πραγματική ανάγκη για υψηλές δόσεις.
Οι συνέπειες της τοξικότητας από βιταμίνη D
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για τη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου στο σώμα διασφαλίζοντας την υγεία των οστών των δοντιών και των μυών. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση για τους ενήλικες είναι τα 10 μικρογραμμάρια (ή 400 IU). Όταν όμως ένας άνθρωπος λαμβάνει συστηματικά δόσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ αυτό το όριο χωρίς να έχει διαπιστωμένη σοβαρή έλλειψη εισέρχεται στη ζώνη του κινδύνου. Η υπερβιταμίνωση D οδηγεί σε μια κατάσταση που ονομάζεται υπερασβεστιαιμία.
Η υπερασβεστιαιμία χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση υπερβολικού ασβεστίου στο αίμα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρχικά συμπτώματα όπως ναυτία έμετο σύγχυση και έντονη δίψα. Αν η κατάσταση δεν διαγνωστεί εγκαίρως το ασβέστιο αρχίζει να επικάθεται στα μαλακά μόρια του σώματος. Αυτό περιλαμβάνει τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων τους νεφρούς προκαλώντας νεφρολιθίαση ή και νεφρική ανεπάρκεια καθώς και την καρδιά. Οι βλάβες αυτές μπορεί να είναι μόνιμες και να επηρεάσουν σοβαρά την ποιότητα ζωής του ατόμου.
Η Dr. Williams προβαίνει σε μια σημαντική κατηγοριοποίηση των ατόμων που καταφεύγουν στις βιταμίνες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όσοι έχουν διαγνωστεί με ιατρική έλλειψη μετά από εξετάσεις αίματος. Σε αυτούς η λήψη συμπληρωμάτων είναι απαραίτητη και θεραπευτική. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν όσοι τα λαμβάνουν προληπτικά ως ένα είδος «ασφαλιστικής δικλείδας» για τη διατροφή τους. Αυτή η ομάδα συνήθως δεν διατρέχει κίνδυνο αν τηρεί τις δόσεις της συσκευασίας. Η τρίτη κατηγορία όμως είναι η πιο ανησυχητική. Περιλαμβάνει άτομα που καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες πιστεύοντας λανθασμένα ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δόση τόσο πιο ισχυρό θα γίνει το ανοσοποιητικό τους σύστημα.