Η βιταμίνη D φαίνεται να επηρεάζει σημαντικές λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος και να σχετίζεται με τη δραστηριότητα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, σύμφωνα με επιστημονική ανασκόπηση ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Γένοβας και το Πανεπιστήμιο της Γάνδης. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Nutrients και αξιολόγησε τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τον ρόλο της βιταμίνης D στην ανοσολογική λειτουργία, τους επιγενετικούς μηχανισμούς, τις εποχικές διακυμάνσεις και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δίαιτα: Γιατί δεν πρέπει να συμβουλεύεστε ChatGPT, Gemini και Microsoft Copilot – Αποκαλυπτικά ευρήματα μελέτης
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα, στο οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους τους ιστούς του οργανισμού, προκαλώντας επίμονη φλεγμονή στις αρθρώσεις, πόνο, δυσκαμψία και σταδιακή καταστροφή των αρθρικών δομών. Παρότι οι σύγχρονες θεραπείες έχουν βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση των ασθενών, οι ερευνητές συνεχίζουν να αναζητούν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Η βιταμίνη D είναι γνωστή κυρίως για τη συμβολή της στην υγεία των οστών, όμως λειτουργεί και ως ορμόνη που επηρεάζει μεγάλο αριθμό κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Η δραστική μορφή της συνδέεται με ειδικούς υποδοχείς που υπάρχουν σε μακροφάγα, μονοκύτταρα, δενδριτικά κύτταρα και Β και Τ λεμφοκύτταρα. Μέσω αυτής της αλληλεπίδρασης μπορεί να περιορίζει την υπερβολική φλεγμονώδη αντίδραση και να ενισχύει τους μηχανισμούς που διατηρούν την ανοσολογική ισορροπία.
Η ανασκόπηση περιγράφει ότι η βιταμίνη D επηρεάζει τόσο τη φυσική όσο και την επίκτητη ανοσία. Συμβάλλει στην παραγωγή αντιμικροβιακών πεπτιδίων, προάγει τη μετατροπή των μακροφάγων σε αντιφλεγμονώδη μορφή, μειώνει τη δραστηριότητα των φλεγμονωδών Τ λεμφοκυττάρων και ενισχύει τα ρυθμιστικά Β και Τ κύτταρα που περιορίζουν τις αυτοάνοσες αντιδράσεις. Παράλληλα, σχετίζεται με χαμηλότερη παραγωγή προφλεγμονωδών ουσιών όπως οι TNF-α, IL-1, IL-8, IL-12 και η ιντερφερόνη-γ, ενώ αυξάνει την παραγωγή αντιφλεγμονωδών κυτταροκινών, όπως οι IL-4, IL-5 και IL-10.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος της βιταμίνης D στην επιγενετική, δηλαδή στους μηχανισμούς που ρυθμίζουν την έκφραση των γονιδίων χωρίς να αλλάζει η αλληλουχία του DNA. Η μελέτη συγκεντρώνει στοιχεία που δείχνουν ότι η βιταμίνη D μπορεί να επηρεάζει τη μεθυλίωση του DNA, τις τροποποιήσεις των ιστονών και τη λειτουργία μικροRNA, διαδικασίες που συμμετέχουν στη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης και της φλεγμονής.
Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έχουν εντοπιστεί διαφοροποιήσεις στη μεθυλίωση γονιδίων που σχετίζονται με τον μεταβολισμό της βιταμίνης D, όπως τα VDR, CYP24A1 και CYP2R1. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα άτομα με έλλειψη βιταμίνης D εμφάνιζαν εντονότερες επιγενετικές μεταβολές στο γονίδιο CYP24A1, το οποίο συμμετέχει στην αποδόμηση της βιταμίνης D, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει τη βιολογική αξιοποίησή της.
Αρκετές μελέτες που περιλαμβάνονται στην ανασκόπηση εξετάζουν και γενετικές παραλλαγές του υποδοχέα της βιταμίνης D. Ορισμένοι πολυμορφισμοί του γονιδίου VDR έχουν συνδεθεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας, υψηλότερη δραστηριότητα της νόσου και διαφορετική ανταπόκριση στη θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες κατά του TNF. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η γενετική σύσταση μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανταποκρίνεται στη βιταμίνη D, χωρίς όμως να υποστηρίζουν την εφαρμογή γενετικού ελέγχου στην καθημερινή κλινική πράξη.
Η συγκέντρωση της βιταμίνης D στον οργανισμό μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του έτους, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία Β του ηλίου. Στις εύκρατες και βόρειες περιοχές τα επίπεδα συνήθως κορυφώνονται στο τέλος του καλοκαιριού και μειώνονται προς το τέλος του χειμώνα. Η ανασκόπηση αναφέρει ότι αρκετές επιδημιολογικές μελέτες έχουν παρατηρήσει αυξημένη δραστηριότητα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας κατά τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες και χαμηλότερη δραστηριότητα το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, αν και τα αποτελέσματα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφα μεταξύ όλων των ερευνών.
Μεταξύ των μεγαλύτερων μελετών που αξιολογήθηκαν περιλαμβάνεται ανάλυση 12.839 ασθενών από την Ιαπωνία, στην οποία οι υψηλότερες τιμές δραστηριότητας της νόσου καταγράφηκαν την άνοιξη, ενώ τα μεγαλύτερα ποσοστά ύφεσης παρατηρήθηκαν το φθινόπωρο. Άλλη πολυκεντρική μελέτη με 645 ασθενείς με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα έδειξε ότι τα άτομα με σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D είχαν υψηλότερες τιμές του δείκτη DAS28 και μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση κατά την έναρξη της νόσου.
Η ανασκόπηση παρουσιάζει επίσης τα αποτελέσματα πρόσφατων μετα-αναλύσεων κλινικών δοκιμών σχετικά με τη χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οι περισσότερες αναλύσεις κατέγραψαν βελτίωση σε δείκτες φλεγμονής όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) και ο δείκτης δραστηριότητας DAS28. Η επίδραση στον πόνο και στη λειτουργικότητα ήταν μικρότερη και παρουσίαζε μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των μελετών, γεγονός που αποδίδεται στις διαφορετικές δόσεις, στη διάρκεια της θεραπείας, στα αρχικά επίπεδα βιταμίνης D και στα χαρακτηριστικά των ασθενών.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο θεραπευτικό σχήμα που να ταιριάζει σε όλους τους ασθενείς. Στις δημοσιευμένες μελέτες χρησιμοποιήθηκαν ημερήσιες δόσεις από 2.000 διεθνείς μονάδες έως και εβδομαδιαία σχήματα υψηλότερης δοσολογίας. Αναφέρεται επίσης ότι πολύ μεγάλες εφάπαξ δόσεις ενδέχεται να μην είναι η αποτελεσματικότερη επιλογή, καθώς μπορούν να ενεργοποιούν μηχανισμούς που αυξάνουν την αποδόμηση της βιταμίνης D. Η αξιολόγηση των επιπέδων 25-υδροξυβιταμίνης D στο αίμα και η προσαρμογή της συμπληρωματικής χορήγησης ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς αποτελούν την προσέγγιση που περιγράφεται στη μελέτη.
Η ανασκόπηση περιλαμβάνει και δεδομένα από τη μεγάλη αμερικανική μελέτη VITAL, στην οποία η χορήγηση βιταμίνης D επί πέντε χρόνια συσχετίστηκε με μείωση κατά 22% της εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων στο σύνολό τους. Σε μεταγενέστερη παρακολούθηση των ίδιων συμμετεχόντων η προστατευτική επίδραση παρέμεινε, χωρίς όμως να διατηρεί στατιστική σημαντικότητα μετά τη διακοπή της συμπληρωματικής χορήγησης.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία υποστηρίζουν τη σχέση της ανεπάρκειας βιταμίνης D με αυξημένη δραστηριότητα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ότι η διόρθωση της ανεπάρκειας μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση ορισμένων δεικτών φλεγμονής και κλινικών παραμέτρων. Τονίζουν, παράλληλα, ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες κλινικές μελέτες για να καθοριστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι βέλτιστες στρατηγικές χορήγησης βιταμίνης D και ο ρόλος των γενετικών και επιγενετικών παραγόντων στην εξατομίκευση της θεραπείας.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/18/14/2359