Σε επίπεδα κινδύνου η έκθεση μεγάλου μέρους του ευρωπαϊκού πληθυσμού
Οι υπερφθοροαλκυλικές και πολυφθοροαλκυλικές ουσίες (PFAS) αποτελούν μια μεγάλη ομάδα χημικών ουσιών, οι οποίες είναι εξαιρετικά ανθεκτικές και είναι πιθανό να παραμείνουν στο περιβάλλον για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, εγείροντας ανησυχίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους τόσο στην ανθρώπινη υγεία όσο και στο περιβάλλον.
Το επιστημονικό εργαστήριο που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) τον Νοέμβριο του 2025 ανέδειξε τις ουσίες PFAS ως μία από τις κρισιμότερες περιβαλλοντικές και υγειονομικές προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Λόγω της ακραίας ανθεκτικότητας του χημικού τους δεσμού, οι ουσίες αυτές δεν διασπώνται στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα και στον ανθρώπινο οργανισμό. Η επιστημονική κοινότητα επιβεβαίωσε ότι η έκθεση σε PFAS συνδέεται άμεσα με τη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, γεγονός που αποδεικνύεται από τη μειωμένη ικανότητα παραγωγής αντισωμάτων μετά από εμβολιασμούς, ιδιαίτερα στις νεαρές ηλικίες. Τα πρόσφατα δεδομένα προκαλούν έντονη ανησυχία, καθώς μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού εμφανίζει συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα ασφαλή όρια εβδομαδιαίας πρόσληψης, καθιστώντας αναγκαία την επαναξιολόγηση των πηγών έκθεσης.
Μια από τις σημαντικότερες τεχνικές δυσκολίες που συζητήθηκαν αφορά την τεράστια ποικιλία αυτών των ενώσεων, οι οποίες ξεπερνούν τις 14.000, καθιστώντας την παραδοσιακή μέθοδο αξιολόγησης ανά μεμονωμένη ουσία πρακτικά αδύνατη και αναποτελεσματική. Ως απάντηση, η EFSA προκρίνει την υιοθέτηση ομαδικών προσεγγίσεων και τη χρήση Νέων Μεθοδολογιών Προσέγγισης (NAMs), οι οποίες βασίζονται σε υπολογιστικά μοντέλα και τεχνητή νοημοσύνη για την πρόβλεψη της τοξικότητας χωρίς την ανάγκη εκτεταμένων δοκιμών σε ζώα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στο τριφθοροξικό οξύ (TFA), έναν επίμονο μεταβολίτη που προκύπτει από τη διάσπαση ψυκτικών υγρών και φυτοφαρμάκων. Η EFSA έχει δεσμευτεί να εκδώσει αυστηρές τοξικολογικές τιμές αναφοράς για το TFA έως τον Ιούλιο του 2026, καθώς η παρουσία του στο πόσιμο νερό και στις καλλιέργειες αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς.
Στο πεδίο της κανονιστικής συμμόρφωσης, η Ευρώπη κινείται προς την εφαρμογή της στρατηγικής «Μία Ουσία – Μία Αξιολόγηση» (1S1A), η οποία στοχεύει στον πλήρη συντονισμό μεταξύ διαφορετικών οργανισμών όπως ο ECHA και ο EEA. Αυτή η οριζόντια προσέγγιση θα διασφαλίσει ότι μια χημική ουσία θα αξιολογείται με τα ίδια κριτήρια, είτε πρόκειται για τη χρήση της σε βιομηχανικά προϊόντα είτε για την παρουσία της ως κατάλοιπο στα τρόφιμα. Η δημιουργία μιας κοινής βάσης δεδομένων και η εναρμόνιση των αναλυτικών μεθόδων μεταξύ των εθνικών εργαστηρίων είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό «θερμών σημείων» ρύπανσης και την επιβολή ορίων που θα προστατεύουν ομοιόμορφα όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.
Τέλος, η επιτυχής μετάβαση σε μια οικονομία ελεύθερη από PFAS απαιτεί τη στενή συνεργασία της βιομηχανίας με τις αρχές για την ανεύρεση ασφαλών εναλλακτικών λύσεων που δεν θα αναπαράγουν τα ίδια προβλήματα επιμονής στο περιβάλλον. Το εργαστήριο υπογράμμισε ότι η ενημέρωση των καταναλωτών και η διαφάνεια στα δεδομένα παρακολούθησης των τροφίμων αποτελούν τα τελευταία αλλά εξίσου σημαντικά γρανάζια αυτού του μηχανισμού προστασίας. Η στρατηγική αυτή αποτελεί μια συνολική πολιτική δέσμευση για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας απέναντι σε μια αόρατη αλλά διαρκή απειλή, θέτοντας τις βάσεις για ένα πιο βιώσιμο και ασφαλές χημικό μέλλον στην Ευρώπη.
