ΑρχικήΝομοθεσίαEUDR: Οι αλλαγές που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις τροφίμων - Οι νέες υποχρεώσεις...

EUDR: Οι αλλαγές που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις τροφίμων – Οι νέες υποχρεώσεις για καφέ, σοκολάτα, κακάο, φοινικέλαιο, σόγια και κρέας

Οι αλλαγές στον EUDR επηρεάζουν καφέ, κακάο, φοινικέλαιο, σόγια και βοοειδή. Οι νέες υποχρεώσεις για εισαγωγείς και επιχειρήσεις τροφίμων.

19 λεπτά ανάγνωσης

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε στις 13 Ιουλίου 2026 δύο νέα μέτρα για την εφαρμογή του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα προϊόντα μηδενικής αποψίλωσης, γνωστού ως EU Deforestation Regulation ή EUDR. Οι παρεμβάσεις τροποποιούν τον κατάλογο των προϊόντων που καλύπτονται από τον Κανονισμό και καθορίζουν επικαιροποιημένους τεχνικούς κανόνες για το Πληροφοριακό Σύστημα υποβολής δηλώσεων δέουσας επιμέλειας. Οι αλλαγές αφορούν άμεσα επιχειρήσεις τροφίμων που εισάγουν, παράγουν, μεταποιούν ή εμπορεύονται προϊόντα με καφέ, κακάο, φοινικέλαιο, σόγια ή πρώτες ύλες ζωικής προέλευσης από βοοειδή. Επηρεάζουν επίσης τις διαδικασίες έγκρισης προμηθευτών, ιχνηλασιμότητας, τεκμηρίωσης της προέλευσης και διαχείρισης δεδομένων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Ο EUDR αποσκοπεί στην αποτροπή της διάθεσης στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εξαγωγής από αυτή προϊόντων που συνδέονται με αποψίλωση ή υποβάθμιση δασών. Καλύπτει επτά βασικά εμπορεύματα: βοοειδή, κακάο, καφέ, φοινικέλαιο, καουτσούκ, σόγια και ξυλεία, μαζί με συγκεκριμένα παράγωγα προϊόντα που ταξινομούνται στους τελωνειακούς κωδικούς του Παραρτήματος Ι.

- Advertisement -

Οι νέες πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Το πρώτο μέτρο είναι Κατ’ Εξουσιοδότηση Πράξη που επικαιροποιεί το Παράρτημα Ι και αναδιαμορφώνει τον κατάλογο των καλυπτόμενων προϊόντων. Το δεύτερο είναι Εκτελεστική Πράξη για τη λειτουργία του ευρωπαϊκού Πληροφοριακού Συστήματος, στο οποίο καταχωρίζονται οι δηλώσεις δέουσας επιμέλειας και οι απλουστευμένες δηλώσεις.

Οι παρεμβάσεις ακολουθούν τη νομοθετική τροποποίηση που συμφωνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και το πακέτο απλούστευσης που παρουσιάστηκε τον Μάιο του 2026. Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης αναθεωρημένο έγγραφο καθοδήγησης και επικαιροποιημένες συχνές ερωτήσεις για την εφαρμογή του Κανονισμού. Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι νέες ρυθμίσεις επιδιώκουν μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και λειτουργική σαφήνεια για τις επιχειρήσεις, τις αρμόδιες αρχές και τις χώρες παραγωγής.

- Advertisement -

Ποια προϊόντα αφαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής
Η Κατ’ Εξουσιοδότηση Πράξη αφαιρεί από το Παράρτημα Ι τα δέρματα, τις προβιές και τα κατεργασμένα δέρματα βοοειδών, τα αναγομωμένα ελαστικά, τη σόγια που προορίζεται για σπορά, ορισμένα είδη βουλκανισμένου καουτσούκ, τους ιμάντες μεταφοράς και μετάδοσης κίνησης, καθώς και καθίσματα αεροσκαφών και μηχανοκίνητων οχημάτων.

Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, ιδιαίτερη σημασία έχει η αφαίρεση των δερμάτων και των προβιών, καθώς περιορίζει το κανονιστικό πεδίο σε τμήματα της αλυσίδας βοοειδών που συνδέονται περισσότερο με τα προϊόντα διατροφής και τα ζώντα ζώα. Η εξαίρεση ενός προϊόντος από το Παράρτημα Ι σημαίνει ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις του EUDR, ακόμη και όταν προέρχεται από ένα από τα επτά βασικά εμπορεύματα.

- Advertisement -

Η αξιολόγηση της υπαγωγής δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση την εμπορική περιγραφή ή το βασικό συστατικό. Απαιτεί έλεγχο του ακριβούς κωδικού της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που χρησιμοποιείται στις τελωνειακές διαδικασίες. Δύο προϊόντα που προέρχονται από την ίδια πρώτη ύλη μπορεί να αντιμετωπίζονται διαφορετικά, εφόσον ταξινομούνται σε διαφορετικούς τελωνειακούς κωδικούς.

Νέα προϊόντα στον EUDR
Στο αναθεωρημένο πεδίο εφαρμογής προστίθενται ο διαλυτός καφές, ορισμένα παράγωγα φοινικέλαιου και οι κατεψυγμένες γλώσσες βοοειδών. Τα προϊόντα που προστίθενται θα υπαχθούν στις απαιτήσεις του Κανονισμού από τις 30 Δεκεμβρίου 2027, ώστε να δοθεί πρόσθετος χρόνος προσαρμογής στις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις.

Η προσθήκη του διαλυτού καφέ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για παραγωγούς, εισαγωγείς, ιδιωτικές ετικέτες και επιχειρήσεις συσκευασίας καφέ. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να συνδέουν το τελικό προϊόν με τις παρτίδες της πρώτης ύλης και με τα στοιχεία γεωγραφικής θέσης των αγροτεμαχίων παραγωγής, όπου αυτό απαιτείται από τον ρόλο τους στην αλυσίδα. Στα παράγωγα φοινικέλαιου απαιτείται λεπτομερής αντιστοίχιση των υλών με τους κωδικούς του Παραρτήματος Ι. Το φοινικέλαιο και τα κλάσματά του χρησιμοποιούνται σε πολλές κατηγορίες τροφίμων, όπως προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαρώδη, γεμίσεις, επικαλύψεις, μαργαρίνες, λιπαρές ύλες και σύνθετα συστατικά. Η παρουσία μιας ύλης στη συνταγή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το τελικό σύνθετο τρόφιμο υπάγεται στον Κανονισμό. Καθοριστικό στοιχείο παραμένει η τελωνειακή ταξινόμηση του προϊόντος που διατίθεται στην αγορά ή εξάγεται.

Η προσθήκη των κατεψυγμένων γλωσσών βοοειδών διευρύνει τις υποχρεώσεις για εισαγωγείς και επιχειρήσεις κρέατος που διαχειρίζονται παραπροϊόντα σφαγής και κατεψυγμένα προϊόντα βοείου κρέατος. Η τεκμηρίωση θα πρέπει να επιτρέπει τη σύνδεση του προϊόντος με τα ζώα, τις εγκαταστάσεις και τις γεωγραφικές περιοχές εκτροφής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του EUDR.

Εξαιρέσεις για δείγματα, απόβλητα και υλικά συσκευασίας
Η πράξη διευκρινίζει ότι δείγματα και προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για ανάλυση, εξέταση ή δοκιμές βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής. Προβλέπονται επίσης στοχευμένες εξαιρέσεις για απόβλητα, χρησιμοποιημένα προϊόντα, μεταχειρισμένα αγαθά, ορισμένα υλικά συσκευασίας και προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή φαρμάκων.

Η εξαίρεση των υλικών συσκευασίας χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Η συσκευασία που χρησιμοποιείται για να στηρίξει, να προστατεύσει ή να μεταφέρει άλλο προϊόν μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από μια συσκευασία που εισάγεται ή πωλείται ως αυτοτελές προϊόν. Οι επιχειρήσεις τροφίμων δεν πρέπει να θεωρούν ότι κάθε χαρτοκιβώτιο, ξύλινη παλέτα ή ξύλινο κιβώτιο εξαιρείται σε όλες τις εμπορικές περιστάσεις. Η χρήση, η τελωνειακή δήλωση και η ιδιότητα του αντικειμένου ως αυτοτελούς προϊόντος επηρεάζουν την κανονιστική αξιολόγηση.

Οι υποχρεώσεις για τον καφέ
Ο καφές αποτελεί μία από τις βασικές ύλες που καλύπτει ο EUDR. Οι υποχρεώσεις μπορούν να αφορούν τον πράσινο και τον καβουρδισμένο καφέ, καθώς και τον διαλυτό καφέ μετά την τελευταία τροποποίηση του Παραρτήματος Ι.

Για έναν εισαγωγέα πράσινου καφέ, η συμμόρφωση προϋποθέτει συλλογή πληροφοριών για τη χώρα παραγωγής, την ποσότητα, τον προμηθευτή, τον τόπο καλλιέργειας και τη γεωγραφική θέση των αγροτεμαχίων. Η επιχείρηση πρέπει να αξιολογεί εάν η πρώτη ύλη συνδέεται με γη που υπέστη αποψίλωση μετά την ημερομηνία αναφοράς του Κανονισμού και εάν η παραγωγή συμμορφώνεται με τη σχετική νομοθεσία της χώρας προέλευσης.

Οι επιχειρήσεις καβουρδίσματος και συσκευασίας χρειάζονται μηχανισμό διατήρησης της σύνδεσης μεταξύ εισερχόμενων και εξερχόμενων παρτίδων. Όταν αναμειγνύονται καφέδες διαφορετικής προέλευσης, τα στοιχεία όλων των σχετικών αγροτεμαχίων πρέπει να παραμένουν διαθέσιμα. Η απώλεια της σύνδεσης κατά την αποθήκευση, τη μεταποίηση ή την ανάμειξη μπορεί να καταστήσει ανεπαρκή τη δήλωση δέουσας επιμέλειας.

Οι υποχρεώσεις για το κακάο και τη σοκολάτα

Το κακάο και αρκετά προϊόντα του, όπως κόκκοι, πάστα, βούτυρο, σκόνη κακάο και ορισμένες κατηγορίες σοκολάτας, υπάγονται στον EUDR ανάλογα με τον τελωνειακό τους κωδικό. Οι επιχειρήσεις παραγωγής σοκολάτας, πραλίνας, επικαλύψεων, προϊόντων ζαχαροπλαστικής και σύνθετων τροφίμων χρειάζονται χαρτογράφηση των κωδικών των πρώτων υλών και των τελικών προϊόντων.

Σε μια σύνθετη σοκολάτα μπορεί να χρησιμοποιούνται κακάο και φοινικέλαιο, δηλαδή δύο ελεγχόμενες ύλες. Η υποχρέωση για το τελικό προϊόν εξετάζεται με βάση την ταξινόμησή του στο Παράρτημα Ι. Η ύπαρξη περισσότερων από ενός σχετικών εμπορευμάτων αυξάνει την πολυπλοκότητα της τεκμηρίωσης, επειδή απαιτείται διαχείριση διαφορετικών αλυσίδων προμήθειας, χωρών παραγωγής και συνόλων γεωγραφικών δεδομένων.

Οι εταιρείες που προμηθεύονται μάζα κακάο ή βούτυρο κακάο από ενδιάμεσους μεταποιητές πρέπει να γνωρίζουν ποια δεδομένα έχουν ήδη συλλεχθεί και ποιος φορέας έχει υποβάλει τη σχετική δήλωση. Η επίκληση αριθμού αναφοράς προηγούμενης δήλωσης δεν απαλλάσσει κάθε μεταγενέστερο φορέα από τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν στον ρόλο και στο μέγεθός του.

Οι υποχρεώσεις για το φοινικέλαιο
Η ευρεία χρήση του φοινικέλαιου στη βιομηχανία τροφίμων καθιστά την εφαρμογή του EUDR σύνθετη. Οι επιχειρήσεις μπορεί να προμηθεύονται ακατέργαστο ή εξευγενισμένο φοινικέλαιο, κλάσματα, λιπαρές ύλες ή σύνθετα συστατικά που περιέχουν παράγωγα φοίνικα. Ο προμηθευτής πρέπει να παρέχει στοιχεία που επιτρέπουν την ταυτοποίηση της προέλευσης και την επαλήθευση της συμμόρφωσης. Πιστοποιήσεις ιδιωτικών συστημάτων βιωσιμότητας μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, αλλά δεν αντικαθιστούν αυτομάτως τη νομική διαδικασία δέουσας επιμέλειας, τη γεωγραφική τεκμηρίωση ή την υποβολή δήλωσης όταν αυτή απαιτείται.

Οι υπεύθυνοι προμηθειών και κανονιστικής συμμόρφωσης χρειάζεται να διαχωρίζουν τις εμπορικές δηλώσεις βιωσιμότητας από τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτεί ο EUDR. Ένα πιστοποιητικό αειφορίας, μια πολιτική μη αποψίλωσης ή μια συμβατική εγγύηση προμηθευτή δεν επαρκούν από μόνα τους όταν λείπουν τα στοιχεία προέλευσης και η τεκμηριωμένη αξιολόγηση κινδύνου.

Οι υποχρεώσεις για τη σόγια
Η σόγια χρησιμοποιείται απευθείας σε τρόφιμα και έμμεσα στην κτηνοτροφική παραγωγή ως ζωοτροφή. Ο EUDR καλύπτει συγκεκριμένες κατηγορίες σόγιας και παραγώγων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι, ενώ η νέα πράξη εξαιρεί τους σπόρους σόγιας που προορίζονται για σπορά.

Η χρήση σόγιας ως ζωοτροφής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι κάθε τρόφιμο ζωικής προέλευσης που παράγεται από ζώα τα οποία τράφηκαν με σόγια μετατρέπεται σε σχετικό προϊόν σόγιας. Η κανονιστική υποχρέωση ακολουθεί τα εμπορεύματα και τα παράγωγα προϊόντα που απαριθμούνται ρητά στο Παράρτημα Ι.

Για τις επιχειρήσεις παραγωγής φυτικών τροφίμων, πρωτεϊνικών συστατικών, ελαίων ή προϊόντων με βάση τη σόγια απαιτείται έλεγχος του τελωνειακού κωδικού κάθε ύλης και τελικού προϊόντος. Η αγορά ευρωπαϊκής σόγιας δεν καταργεί την ανάγκη εξέτασης των υποχρεώσεων, καθώς ο Κανονισμός εφαρμόζεται και σε προϊόντα που παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο στις εισαγωγές από τρίτες χώρες.

Οι υποχρεώσεις για τα βοοειδή και το βόειο κρέας
Ο EUDR καλύπτει βοοειδή και ορισμένα προϊόντα βοείου κρέατος. Για τις επιχειρήσεις κρέατος, τα σφαγεία, τους εισαγωγείς και τους μεταποιητές, η συμμόρφωση συνδέεται με την ταυτοποίηση των ζώων, τις τοποθεσίες εκτροφής και την ικανότητα αντιστοίχισης των τελικών προϊόντων με τις σχετικές παρτίδες.

Τα συστήματα αναγνώρισης και ιχνηλασιμότητας ζώων που εφαρμόζονται για υγειονομικούς και κτηνιατρικούς λόγους παρέχουν χρήσιμα δεδομένα, αλλά δεν καλύπτουν υποχρεωτικά όλες τις πληροφορίες και αξιολογήσεις του EUDR. Οι εταιρείες πρέπει να εξετάσουν εάν τα υφιστάμενα αρχεία περιλαμβάνουν τα απαιτούμενα γεωγραφικά στοιχεία και εάν υποστηρίζουν τον έλεγχο της ημερομηνίας αποψίλωσης.

Η προσθήκη των κατεψυγμένων γλωσσών βοοειδών διευρύνει τη συμμόρφωση σε μια κατηγορία προϊόντων που μπορεί να διακινείται μέσω εξειδικευμένων αλυσίδων εμπορίας παραπροϊόντων. Η χωριστή εμπορική διαχείριση τέτοιων προϊόντων δεν καταργεί την ανάγκη σύνδεσής τους με τα δεδομένα προέλευσης του ζώου.

Τι περιλαμβάνει η δέουσα επιμέλεια
Ο Κανονισμός προβλέπει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης ασκούν δέουσα επιμέλεια πριν διαθέσουν σχετικό προϊόν στην αγορά ή το εξαγάγουν. Η διαδικασία περιλαμβάνει συλλογή πληροφοριών, αξιολόγηση κινδύνου και, όταν ο κίνδυνος δεν είναι αμελητέος, εφαρμογή μέτρων μετριασμού.

Τα απαιτούμενα δεδομένα περιλαμβάνουν περιγραφή και ποσότητα προϊόντος, χώρα παραγωγής, στοιχεία προμηθευτή και πελάτη, καθώς και γεωγραφική θέση των αγροτεμαχίων στα οποία παρήχθη το σχετικό εμπόρευμα. Για τα βοοειδή, η γεωγραφική τεκμηρίωση συνδέεται με τις εγκαταστάσεις στις οποίες εκτράφηκαν τα ζώα.

Η αξιολόγηση κινδύνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη το επίπεδο κινδύνου της χώρας ή της περιοχής, την παρουσία δασών, την έκταση της αποψίλωσης, την πολυπλοκότητα της αλυσίδας εφοδιασμού, τον κίνδυνο ανάμειξης με προϊόντα άγνωστης προέλευσης και την αξιοπιστία των διαθέσιμων εγγράφων.

Όταν εντοπίζεται κίνδυνος που υπερβαίνει το αμελητέο επίπεδο, η επιχείρηση οφείλει να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, να διενεργήσει ανεξάρτητους ελέγχους, να χρησιμοποιήσει γεωχωρικά εργαλεία ή να εφαρμόσει άλλες κατάλληλες ενέργειες πριν διαθέσει το προϊόν στην αγορά.

Το Πληροφοριακό Σύστημα του EUDR
Το Πληροφοριακό Σύστημα λειτουργεί ως ευρωπαϊκό αποθετήριο δηλώσεων και δεδομένων συμμόρφωσης. Μέσω αυτού καταχωρίζονται οι δηλώσεις δέουσας επιμέλειας ή οι απλουστευμένες δηλώσεις που προβλέπονται για συγκεκριμένες κατηγορίες φορέων.

Η νέα Εκτελεστική Πράξη εισάγει απλουστευμένες διαδικασίες για πολύ μικρούς και μικρούς πρωτογενείς φορείς και επικαιροποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές των διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών. Οι διεπαφές αυτές επιτρέπουν την αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των εταιρικών συστημάτων και της ευρωπαϊκής πλατφόρμας.

Η αυτοματοποίηση ενδιαφέρει κυρίως επιχειρήσεις με μεγάλο όγκο παρτίδων, εισαγωγών και δηλώσεων. Η χειροκίνητη καταχώριση μπορεί να είναι λειτουργική για περιορισμένο αριθμό συναλλαγών, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο καθυστερήσεων, διπλών εγγραφών και ασυμφωνιών όταν η εταιρεία διαχειρίζεται πολλές εγκαταστάσεις ή προμηθευτές.

Η Επιτροπή έχει ανακοινώσει πρόσθετες λειτουργίες του συστήματος και εκπαιδευτικές δράσεις για τις επιχειρήσεις. Η τεχνική προετοιμασία χρειάζεται να περιλαμβάνει δοκιμές πρόσβασης, καθορισμό δικαιωμάτων χρηστών, αντιστοίχιση δεδομένων με τα εταιρικά συστήματα και διαδικασία ελέγχου πριν από την υποβολή κάθε δήλωσης.

Η σχέση με το HACCP
Ο EUDR δεν αποτελεί σύστημα ελέγχου της υγιεινής ή της ασφάλειας των τροφίμων και οι κίνδυνοι αποψίλωσης δεν αντιμετωπίζονται ως βιολογικοί, χημικοί ή φυσικοί κίνδυνοι στο σχέδιο HACCP. Δεν τεκμηριώνεται η συμμόρφωση με τον EUDR μέσω κρίσιμων σημείων ελέγχου, κρίσιμων ορίων ή παρακολούθησης παραμέτρων παραγωγής.

Η κοινή περιοχή ανάμεσα στα δύο πλαίσια βρίσκεται στις υποστηρικτικές επιχειρησιακές διαδικασίες. Η έγκριση προμηθευτών, η ιχνηλασιμότητα, η ταυτοποίηση παρτίδων, ο έλεγχος παραλαμβανόμενων εγγράφων, η διαχείριση μη συμμορφώσεων και η τήρηση αρχείων χρησιμοποιούνται τόσο στα συστήματα ασφάλειας τροφίμων όσο και στη συμμόρφωση με τον EUDR.

Μια επιχείρηση μπορεί να αξιοποιήσει την υφιστάμενη διαδικασία αξιολόγησης προμηθευτών για να προσθέσει κριτήρια EUDR, χωρίς να χαρακτηρίσει την αποψίλωση ως κίνδυνο HACCP. Στα ερωτηματολόγια και στις συμβάσεις μπορούν να ενταχθούν απαιτήσεις για γεωγραφικά δεδομένα, αριθμούς αναφοράς δηλώσεων, ενημέρωση για αλλαγές προέλευσης και δικαίωμα διενέργειας ελέγχου.

Η σχέση με το ISO 22000
Το ISO 22000 αφορά τη διαχείριση της ασφάλειας τροφίμων και δεν πιστοποιεί συμμόρφωση με τη νομοθεσία για την αποψίλωση. Ωστόσο, η δομή ενός συστήματος ISO 22000 μπορεί να υποστηρίξει την οργανωτική εφαρμογή του EUDR μέσω διαδικασιών ελέγχου εγγράφων, κατανομής αρμοδιοτήτων, επικοινωνίας με εξωτερικούς παρόχους, αξιολόγησης επιδόσεων και διορθωτικών ενεργειών.

Η ενσωμάτωση του EUDR στο ίδιο εταιρικό σύστημα διαχείρισης δεν σημαίνει ότι ο Κανονισμός μετατρέπεται σε απαίτηση ασφάλειας τροφίμων. Σημαίνει ότι η επιχείρηση χρησιμοποιεί κοινή υποδομή διακυβέρνησης για διαφορετικές κανονιστικές υποχρεώσεις.

Το πεδίο του EUDR μπορεί να αποτυπωθεί σε ξεχωριστή διαδικασία κανονιστικής συμμόρφωσης, συνδεδεμένη με την προμήθεια, την ιχνηλασιμότητα, τη νομική υπηρεσία, τη βιωσιμότητα, τα τελωνεία και την τεχνολογία πληροφοριών. Οι αρμοδιότητες χρειάζεται να κατανέμονται ρητά, ώστε να μην θεωρείται ότι το τμήμα ποιότητας είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για δεδομένα που παράγονται από τις αγορές, την εφοδιαστική αλυσίδα ή τους τελωνειακούς αντιπροσώπους.

Η σχέση με τα ιδιωτικά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων
Πρότυπα όπως τα BRCGS, IFS Food και FSSC 22000 περιλαμβάνουν απαιτήσεις για έγκριση προμηθευτών, αυθεντικότητα προϊόντων, ιχνηλασιμότητα και κανονιστική συμμόρφωση. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να υποστηρίξουν την εφαρμογή του EUDR, αλλά η πιστοποίηση κατά ένα ιδιωτικό πρότυπο δεν λειτουργεί ως απόδειξη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του Κανονισμού.

Οι έλεγχοι των προτύπων ασφάλειας τροφίμων επικεντρώνονται κυρίως στη νομιμότητα, στην ποιότητα και στην ασφάλεια των προϊόντων. Ο EUDR απαιτεί ειδικά δεδομένα για την προέλευση, τη γεωγραφική θέση, την αποψίλωση και τη νομοθεσία της χώρας παραγωγής. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά, ακόμη και όταν ο προμηθευτής διαθέτει αναγνωρισμένη πιστοποίηση.

Ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ιχνηλασιμότητα EUDR
Η ιχνηλασιμότητα που εφαρμόζεται βάσει της νομοθεσίας τροφίμων επικεντρώνεται στην αναγνώριση του άμεσου προμηθευτή και του άμεσου πελάτη και στη δυνατότητα διαχείρισης παρτίδων σε περίπτωση ανάκλησης ή μη συμμόρφωσης. Η ιχνηλασιμότητα του EUDR φθάνει έως τη γεωγραφική περιοχή παραγωγής του σχετικού εμπορεύματος. Για γεωργικά προϊόντα απαιτεί δεδομένα αγροτεμαχίων και όχι μόνο στοιχεία του εμπόρου, του εξαγωγέα ή του πρώτου μεταποιητή.

Ένα σύστημα ERP μπορεί να συνδέει παραλαβές, παραγωγές και πωλήσεις, αλλά να μην έχει πεδία για συντεταγμένες, πολύγωνα αγροτεμαχίων, αριθμούς δηλώσεων ή επίπεδα κινδύνου χώρας. Οι επιχειρήσεις πρέπει να εξετάσουν εάν χρειάζονται νέα πεδία δεδομένων, εξωτερική πλατφόρμα ή διασύνδεση με το Πληροφοριακό Σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη μαζική αποθήκευση και στην ανάμειξη. Όταν προϊόντα από διαφορετικά αγροτεμάχια ή προμηθευτές αποθηκεύονται στην ίδια δεξαμενή ή σιλό, η εταιρεία πρέπει να διατηρεί τεκμηριωμένη σύνδεση με όλες τις πιθανές πηγές της συγκεκριμένης παρτίδας. Η εισαγωγή προϊόντος άγνωστης ή μη τεκμηριωμένης προέλευσης σε κοινό απόθεμα μπορεί να επηρεάσει τη συμμόρφωση μεγαλύτερης ποσότητας.

Αξιολόγηση και έγκριση προμηθευτών
Η συμμόρφωση αρχίζει πριν από την παραλαβή του προϊόντος. Τα τμήματα προμηθειών πρέπει να γνωρίζουν εάν το εμπόρευμα και το τελικό προϊόν εμπίπτουν στο Παράρτημα Ι, ποιος φορέας έχει την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και ποια δεδομένα πρέπει να διαβιβάζονται στην αλυσίδα. Η αξιολόγηση προμηθευτή χρειάζεται να εξετάζει την ικανότητα παροχής γεωγραφικών δεδομένων, την εγκυρότητα των συντεταγμένων, τη διαδικασία διαχωρισμού παρτίδων, την προέλευση των εμπορευμάτων και την αξιοπιστία των εγγράφων. Για πολύπλοκες αλυσίδες μπορεί να απαιτούνται επιτόπιοι ή απομακρυσμένοι έλεγχοι και διασταύρωση με δορυφορικά ή γεωχωρικά δεδομένα.

Οι συμβάσεις προμήθειας μπορούν να προβλέπουν υποχρέωση γνωστοποίησης κάθε αλλαγής χώρας, περιοχής, παραγωγού ή αγροτεμαχίου. Χρειάζεται επίσης διαδικασία για την περίπτωση που τα δεδομένα παραδίδονται εκπρόθεσμα, εμφανίζουν ασυνέπειες ή δεν επιτρέπουν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης κινδύνου.

Αλλαγές στις προδιαγραφές πρώτων υλών
Οι προδιαγραφές πρώτων υλών παραδοσιακά περιλαμβάνουν σύνθεση, αλλεργιογόνα, μικροβιολογικά κριτήρια, φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, διάρκεια ζωής, συνθήκες αποθήκευσης και απαιτήσεις συσκευασίας. Για σχετικές πρώτες ύλες, χρειάζεται να προστεθούν πεδία EUDR.

Τα πεδία μπορούν να περιλαμβάνουν τον τελωνειακό κωδικό, το σχετικό εμπόρευμα, τη χώρα και την περιοχή παραγωγής, τον αριθμό αναφοράς δήλωσης, το καθεστώς αξιολόγησης κινδύνου και τις απαιτήσεις διαβίβασης δεδομένων. Η προδιαγραφή πρέπει να καθορίζει ποια στοιχεία συνοδεύουν κάθε αποστολή και ποια διατηρούνται σε επίπεδο προμηθευτή ή καλλιεργητικής περιόδου.

Η αλλαγή προέλευσης μιας ύλης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως εμπορική αλλαγή. Μπορεί να μεταβάλει το επίπεδο κινδύνου, το σύνολο των γεωγραφικών στοιχείων και την απαιτούμενη τεκμηρίωση. Η διαδικασία διαχείρισης αλλαγών πρέπει να ενεργοποιείται πριν χρησιμοποιηθεί η νέα προέλευση στην παραγωγή.

Σύνθετα τρόφιμα και τελωνειακή ταξινόμηση
Η συμμόρφωση των σύνθετων τροφίμων αποτελεί ένα από τα πιο απαιτητικά σημεία για τη βιομηχανία. Ένα μπισκότο μπορεί να περιέχει κακάο, φοινικέλαιο και σόγια, χωρίς ο τελωνειακός κωδικός του τελικού προϊόντος να περιλαμβάνεται υποχρεωτικά στο Παράρτημα Ι. Αντίστοιχα, μια σοκολάτα μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής λόγω της δικής της ταξινόμησης.

Η επιχείρηση χρειάζεται να εξετάζει χωριστά τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την εισαγωγή των πρώτων υλών και εκείνες που αφορούν τη διάθεση ή την εξαγωγή του τελικού προϊόντος. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται σε συνεργασία με στελέχη τελωνειακής συμμόρφωσης και να τεκμηριώνεται, ιδίως όταν η ταξινόμηση δεν είναι προφανής. Η εμπορική ονομασία δεν αρκεί για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής. Ο όρος «παράγωγο φοινικέλαιου» ή «προϊόν κακάο» μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικά υλικά με διαφορετική τελωνειακή μεταχείριση.

Ιδιωτική ετικέτα και συμβατική παραγωγή
Στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας απαιτείται σαφής κατανομή ευθυνών μεταξύ λιανεμπόρου, παραγωγού, εισαγωγέα και κατόχου της εμπορικής επωνυμίας. Η σύμβαση παραγωγής δεν καθορίζει από μόνη της ποιος θεωρείται φορέας εκμετάλλευσης για τους σκοπούς του EUDR.

Ο ρόλος εξαρτάται από το ποιος διαθέτει για πρώτη φορά το προϊόν στην αγορά της Ένωσης, ποιος πραγματοποιεί την εισαγωγή ή εξαγωγή και ποια είναι η θέση κάθε επιχείρησης στην αλυσίδα. Η χαρτογράφηση πρέπει να ολοκληρωθεί ανά προϊόν και εμπορική ροή. Οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις που αλλάζουν συχνά παραγωγούς ή χώρες προέλευσης χρειάζονται μηχανισμό επικαιροποίησης των στοιχείων πριν από κάθε αλλαγή. Η διατήρηση ίδιας συσκευασίας και εμπορικής ονομασίας δεν σημαίνει ότι τα δεδομένα EUDR παραμένουν ίδια.

Ανακλήσεις και μη συμμόρφωση
Μια παράβαση του EUDR δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με κίνδυνο για την υγεία του καταναλωτή. Μπορεί όμως να οδηγήσει σε απαγόρευση διάθεσης, απόσυρση, δέσμευση προϊόντων, διορθωτικά μέτρα ή κυρώσεις από τις αρμόδιες αρχές. Οι διαδικασίες ανάκλησης και απόσυρσης που διαθέτει μια επιχείρηση τροφίμων μπορούν να προσαρμοστούν ώστε να καλύπτουν και περιπτώσεις περιβαλλοντικής ή κανονιστικής μη συμμόρφωσης. Η ομάδα διαχείρισης περιστατικού πρέπει να μπορεί να εντοπίζει τις επηρεαζόμενες παρτίδες, τους πελάτες, τις αποθήκες και τις σχετικές δηλώσεις.

Οι ασκήσεις ιχνηλασιμότητας μπορούν να επεκταθούν ώστε να ελέγχουν τη σύνδεση από το τελικό προϊόν έως τα δεδομένα του αγροτεμαχίου. Η δοκιμή μόνο έως τον άμεσο προμηθευτή δεν επαρκεί για να αξιολογηθεί η ετοιμότητα ως προς τον EUDR.

Το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής
Ο Κανονισμός θα εφαρμόζεται από τις 30 Δεκεμβρίου 2026 στις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που καλύπτονταν ήδη από τον Κανονισμό Ξυλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις υπόλοιπες πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, η εφαρμογή αρχίζει στις 30 Ιουνίου 2027. Τα νέα προϊόντα που προστίθενται τώρα στο Παράρτημα Ι θα υπαχθούν από τις 30 Δεκεμβρίου 2027. Η Κατ’ Εξουσιοδότηση Πράξη θα διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για έλεγχο πριν τεθεί σε ισχύ. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να παρακολουθούν την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας και την τελική δημοσίευση των πράξεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Προετοιμασία των επιχειρήσεων τροφίμων
Η πρώτη εργασία είναι η πλήρης χαρτογράφηση των πρώτων υλών και των τελικών προϊόντων με βάση τους τελωνειακούς κωδικούς. Η χαρτογράφηση πρέπει να καλύπτει εισαγωγές, ενδοενωσιακές αγορές, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, εξαγωγές και εμπορικές ροές μεταξύ εταιρειών του ίδιου ομίλου. Ακολουθεί η καταγραφή του ρόλου της επιχείρησης σε κάθε συναλλαγή, η αναγνώριση των απαιτούμενων δηλώσεων και η αξιολόγηση της ετοιμότητας των προμηθευτών. Οι ελλείψεις σε γεωγραφικά δεδομένα ή σε δυνατότητα σύνδεσης παρτίδων πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν από την έναρξη εφαρμογής.

Οι εταιρείες χρειάζεται επίσης να ελέγξουν εάν τα πληροφοριακά τους συστήματα μπορούν να διαχειριστούν τις απαιτούμενες πληροφορίες, εάν απαιτείται σύνδεση μέσω API και ποιο προσωπικό θα έχει δικαίωμα υποβολής ή έγκρισης δηλώσεων. Η εκπαίδευση δεν πρέπει να περιοριστεί στα τμήματα ποιότητας και βιωσιμότητας. Εμπλέκονται οι προμήθειες, η εφοδιαστική αλυσίδα, οι τελωνειακές λειτουργίες, η παραγωγή, οι πωλήσεις, η νομική υπηρεσία, η πληροφορική και η ανώτερη διοίκηση. Η ακρίβεια της δήλωσης εξαρτάται από δεδομένα που παράγονται και ελέγχονται σε περισσότερα από ένα τμήματα.

Οι αλλαγές της 13ης Ιουλίου 2026 μειώνουν ορισμένες υποχρεώσεις, προσθέτουν νέες κατηγορίες προϊόντων και οριστικοποιούν τεχνικά στοιχεία του Πληροφοριακού Συστήματος. Για τη βιομηχανία τροφίμων, η προετοιμασία απαιτεί συνδυασμό τελωνειακής ταξινόμησης, γεωγραφικής ιχνηλασιμότητας, αξιολόγησης προμηθευτών, διαχείρισης δεδομένων και κανονιστικού ελέγχου. Τα υφιστάμενα συστήματα HACCP και ISO 22000 μπορούν να προσφέρουν οργανωτικές διαδικασίες και αρχεία, αλλά δεν αντικαθιστούν την ειδική τεκμηρίωση και τη δέουσα επιμέλεια που προβλέπει ο EUDR.

- Advertisement -

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Καφές: Εντοπίστηκαν καρκινογόνες και τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες από κοκτέιλ απαγορευμένων φυτοφαρμάκων – Διεθνής έκθεση

Η έκθεση με τίτλο «Poison in Your Coffee» αποκαλύπτει ότι πάνω από τα μισά χρησιμοποιούμενα δραστικά συστατικά στις καλλιέργειες είναι απαγορευμένα στην ΕΕ

Ελλάδα: Κατασχέθηκαν δύο τόνοι μη ασφαλούς γάλακτος λίγο πριν διατεθούν στην αγορά

Η ΑΑΔΕ κατέσχεσε πάνω από δύο τόνους ακατάλληλων γαλακτοκομικών προϊόντων που μεταφέρονταν χωρίς ψύξη.

Ελλάδα: Κατέληξε το βρέφος 10 μηνών που πνίγηκε από φαγητό – Τα περιστατικά πνιγμού από τροφή που συγκλόνισαν την Ελλάδα

Γιατί αυξάνονται τα περιστατικά πνιγμού από φαγητό και τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς