Μπορεί να μη θέλουμε να το πιστέψουμε αλλά ο χειμώνας δεν είναι μακριά. Πολλοί καταναλωτές προμηθεύονται ήδη καυσόξυλα με σκοπό να πετύχουν καλύτερες τιμές, μιας και οι προβλέψεις για τις αντίστοιχες τιμές των καυσίμων είναι μάλλον δυσοίωνες. Ένας από τους παράγοντες στους οποίους πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή είναι η υγρασία του ξύλου που αγοράζουμε, καθώς αφορά όχι μόνο την απόδοση της φωτιάς, αλλά επηρεάζει την καύση, την ποσότητα των εκπομπών και τη λειτουργία της ίδιας της εγκατάστασης.
Ένα απλό «κόλπο» με λίγες σταγόνες υγρού πιάτων υποστηρίζει ότι μπορεί να δείξει γρήγορα αν ένα κομμάτι ξύλου είναι αρκετά στεγνό. Η δοκιμή δεν αντικαθιστά ένα όργανο μέτρησης της υγρασίας, μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί ως μια πρόχειρη ένδειξη πριν από την καύση.
Πώς γίνεται το τεστ με το σαπούνι
Η διαδικασία είναι ιδιαίτερα απλή. Αρχικά τοποθετούνται μερικές σταγόνες κοινού απορρυπαντικού πιάτων σε μία από τις επίπεδες, εγκάρσιες επιφάνειες ενός ξύλου και απλώνονται ελαφρά με το δάχτυλο. Στη συνέχεια το ξύλο αναποδογυρίζεται και ο χρήστης φυσά δυνατά στην αντίθετη πλευρά. Εάν εμφανιστεί αφρός στην πλευρά όπου έχει τοποθετηθεί το απορρυπαντικό, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ο αέρας μπορεί να περάσει μέσα από τις δομές του ξύλου. Η εξήγηση που δίνεται για το φαινόμενο βασίζεται στη δομή των ξύλινων ινών. Όταν το ξύλο έχει χάσει μεγάλο μέρος της υγρασίας του κατά την ξήρανση, οι χώροι που προηγουμένως περιείχαν νερό μπορούν να περιέχουν περισσότερο αέρα. Με το φύσημα, ο αέρας περνά μέσα από το ξύλο και μπορεί να προκαλέσει αφρισμό του απορρυπαντικού στην άλλη πλευρά.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτής της δοκιμής δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ακριβής μέτρηση της υγρασίας του ξύλου. Για αυτόν τον σκοπό χρησιμοποιούνται ειδικά υγρασιόμετρα, ενώ η πραγματική κατάσταση ενός ξύλου μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το είδος του, τον τρόπο κοπής, την αποθήκευση και το σημείο στο οποίο γίνεται η μέτρηση.
Πόσο στεγνό πρέπει να είναι το καυσόξυλο
Σύμφωνα με το γερμανικό Ομοσπονδιακό Υπουργείο Περιβάλλοντος, Umweltbundesamt (UBA), το φρέσκο κομμένο ξύλο μπορεί να περιέχει περίπου 45% έως 60% νερό, ανάλογα με το είδος του ξύλου και την εποχή. Με σωστή ξήρανση, το ποσοστό αυτό μπορεί να μειωθεί περίπου στο 15% έως 20%. Το UBA επισημαίνει ότι η σωστή αποθήκευση είναι κρίσιμη για την ξήρανση. Τα καυσόξυλα πρέπει να στοιβάζονται σε σημείο με καλό αερισμό και ηλιοφάνεια, προστατευμένα από τη βροχή και το χιόνι. Ανάλογα με το είδος του ξύλου, η διαδικασία μπορεί να απαιτήσει από ένα έως δύο χρόνια. Υπάρχει μάλιστα μια σημαντική λεπτομέρεια στην ορολογία. Το «ποσοστό νερού» και η «υγρασία ξύλου» δεν είναι ακριβώς το ίδιο μέγεθος. Το UBA διευκρινίζει ότι νερό σε ποσοστό 20% επί της συνολικής μάζας του ξύλου αντιστοιχεί σε περιεκτικότητα σε υγρασία 25% όταν αυτή υπολογίζεται σε σχέση με την ξηρή μάζα.
Γιατί τα νωπά ξύλα είναι πρόβλημα
Η καύση ξύλων που δεν έχουν στεγνώσει επαρκώς δεν σημαίνει απλώς ότι η φωτιά θα αποδώσει λιγότερη θερμότητα. Η υγρασία πρέπει πρώτα να εξατμιστεί κατά την καύση, γεγονός που επηρεάζει τη διαδικασία και την αποδοτικότητα της καύσης. Το UBA αναφέρει ότι η καύση υγρού ξύλου οδηγεί σε αυξημένες εκπομπές ρύπων, ενώ μπορεί παράλληλα να επιβαρύνει την εγκατάσταση και την καπνοδόχο. Παράλληλα, το γερμανικό Umweltbundesamt επισημαίνει ότι ακόμη και η καύση σωστά αποξηραμένου ξύλου σε τζάκια και ξυλόσομπες δεν είναι απαλλαγμένη από περιβαλλοντικές και υγειονομικές επιπτώσεις. Κατά την καύση ξύλου παράγονται, μεταξύ άλλων, αιωρούμενα σωματίδια και άλλοι ατμοσφαιρικοί ρύποι, ενώ εκλύονται και αέρια του θερμοκηπίου. Για τον λόγο αυτό, το UBA συστήνει, στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ξυλόσομπα ή τζάκι, να καίγεται μόνο κατάλληλο, στεγνό και ακατέργαστο ξύλο και να τηρούνται οι οδηγίες λειτουργίας της συσκευής.