Η υπόθεση ότι η έκθεση του εμβρύου και στη συνέχεια του βρέφους σε αλλεργιογόνες τροφές μέσω της μητέρας μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη ανοχής δοκιμάστηκε για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη. Ερευνητές στην Αυστραλία παρακολούθησαν 2.137 εγκύους, των οποίων τα παιδιά θεωρούνταν αυξημένου κινδύνου για αλλεργική νόσο λόγω ισχυρού οικογενειακού ιστορικού, και εξέτασαν αν η συστηματικά υψηλότερη κατανάλωση αυγών και φιστικιών κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό θα μπορούσε να μειώσει τις αλλεργίες στα βρέφη.
Οι γυναίκες εντάχθηκαν στη μελέτη πριν από την 23η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης ζητήθηκε να καταναλώνουν τουλάχιστον 6 αυγά και 60 φιστίκια την εβδομάδα, από την έναρξη της παρέμβασης έως τέσσερις μήνες μετά τον τοκετό, εφόσον συνέχιζαν να θηλάζουν. Η ομάδα ελέγχου ακολουθούσε μια διατροφή που περιλάμβανε έως 3 αυγά και 30 φιστίκια την εβδομάδα. Οι γυναίκες με αλλεργία στα αυγά ή στα φιστίκια αποκλείστηκαν για λόγους ασφάλειας.
Το βασικό αποτέλεσμα αξιολογήθηκε όταν τα παιδιά έφτασαν περίπου τον έναν χρόνο ζωής και αφορούσε την εμφάνιση IgE-μεσολαβούμενης αλλεργίας στο αυγό ή στο φιστίκι. Στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης, αλλεργία διαπιστώθηκε σε 83 από 1.066 βρέφη, ποσοστό 7,8%, ενώ στην ομάδα της συνήθους διατροφής σε 89 από 1.064, ποσοστό 8,4%. Η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική, με σχετικό κίνδυνο 0,93 και διάστημα εμπιστοσύνης 95% από 0,69 έως 1,26.
Η ίδια εικόνα παρέμεινε και όταν οι ερευνητές εξέτασαν μόνο γυναίκες που θήλασαν για τουλάχιστον τέσσερις μήνες και είχαν επαρκή συμμόρφωση με τη διατροφική παρέμβαση. Στην υποομάδα αυτή, οι αλλεργίες καταγράφηκαν στο 5,6% των βρεφών στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης και στο 6,8% στην ομάδα ελέγχου, χωρίς και πάλι να προκύψει στατιστικά σημαντική διαφορά. Αντίστοιχα, δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές διαφορές στην αλλεργία στο αυγό ή στο φιστίκι ξεχωριστά, στην ευαισθητοποίηση στα δύο αλλεργιογόνα ή στο έκζεμα.
Ένα σημαντικό στοιχείο της μελέτης ήταν ότι η πραγματική συχνότητα αλλεργίας στα παιδιά ήταν περίπου 8%, αρκετά χαμηλότερη από το 16% που είχαν υπολογίσει οι ερευνητές όταν σχεδίαζαν τη μελέτη. Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία για την ισχύ των αποτελεσμάτων, καθώς όταν ένα συμβάν εμφανίζεται πολύ λιγότερο συχνά από το αναμενόμενο, μια μελέτη μπορεί να δυσκολεύεται περισσότερο να εντοπίσει μια μέτρια επίδραση. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι το διάστημα εμπιστοσύνης δεν αποκλείει πλήρως την πιθανότητα ενός κλινικά σημαντικού οφέλους, επομένως τα αποτελέσματα δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως απόλυτη απόδειξη ότι οποιαδήποτε διατροφική επίδραση είναι αδύνατη.
Η χαμηλότερη από την αναμενόμενη συχνότητα αλλεργιών ενδέχεται να συνδέεται με τις αλλαγές στις πρακτικές διατροφής των βρεφών που ακολούθησαν τις αυστραλιανές οδηγίες πρόληψης αλλεργιών του 2016. Οι οδηγίες ενθαρρύνουν την εισαγωγή στερεών τροφών περίπου στους έξι μήνες και ειδικότερα την έγκαιρη εισαγωγή αλλεργιογόνων τροφών, όπως το μαγειρεμένο αυγό και το φιστικοβούτυρο, κατά το πρώτο έτος ζωής. Η συγκεκριμένη στρατηγική αφορά την άμεση έκθεση του βρέφους και δεν πρέπει να συγχέεται με την αύξηση της κατανάλωσης των ίδιων τροφών από τη μητέρα κατά την εγκυμοσύνη.
Η νέα μελέτη δεν υποδεικνύει επίσης ότι οι μητέρες πρέπει να αποφεύγουν τα αυγά ή τα φιστίκια κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό. Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν ούτε αύξηση ούτε μείωση του κινδύνου αλλεργίας από την υψηλότερη κατανάλωση. Το εύρημα αφορά συγκεκριμένα την προληπτική αξία μιας σκόπιμα αυξημένης κατανάλωσης και δεν αναιρεί τις γενικές διατροφικές οδηγίες για την εγκυμοσύνη ή τις εξατομικευμένες συστάσεις για γυναίκες με αλλεργίες.
Η μελέτη επομένως μεταφέρει το ερευνητικό ενδιαφέρον από την υπόθεση ότι η μεγαλύτερη έκθεση μέσω της μητέρας αρκεί για να δημιουργηθεί ανοχή στο παιδί προς το ερώτημα του πότε και με ποιον τρόπο πρέπει να έρχεται σε άμεση επαφή το βρέφος με τις αλλεργιογόνες τροφές. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα δικά τους αποτελέσματα δεν δείχνουν προληπτικό όφελος από την αυξημένη μητρική κατανάλωση αυγών και φιστικιών, ενώ παραπέμπουν στη διαθέσιμη τεκμηρίωση για την έγκαιρη εισαγωγή αυτών των τροφών στη διατροφή του βρέφους.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό New England Journal of Medicine.