Η αντικατάσταση της ζάχαρης με μη θρεπτικές γλυκαντικές ύλες, δηλαδή ουσίες που προσφέρουν γλυκιά γεύση με ελάχιστες ή μηδενικές θερμίδες, μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο περιορισμού της πρόσληψης ζάχαρης χωρίς να οδηγεί από μόνη της σε αύξηση του σωματικού βάρους ή σε εμφανή επιβάρυνση βασικών δεικτών υγείας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας ανασκόπησης που συγκεντρώνει στοιχεία από πρόσφατες ευρωπαϊκές ερευνητικές μελέτες. Η ανασκόπηση δημοσιεύθηκε στο Nutrients και εξετάζει τα δεδομένα σχετικά με το σωματικό βάρος, μεταβολικούς δείκτες, την όρεξη και την προτίμηση για τη γλυκιά γεύση. Οι ερευνητές αξιολόγησαν κατά πόσο η χρήση μη θρεπτικών γλυκαντικών μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ζάχαρης, αλλά και κατά πόσο η ίδια η έκθεση στη γλυκιά γεύση επηρεάζει την πρόσληψη τροφής ή την επιθυμία για γλυκά.
Δεν φαίνεται να αυξάνουν την επιθυμία για γλυκό
Ένα από τα ζητήματα που εξετάζει η ανασκόπηση είναι η υπόθεση ότι η διατήρηση της γλυκιάς γεύσης στη διατροφή μπορεί να ενισχύσει την προτίμηση για γλυκά τρόφιμα ή να αυξήσει την όρεξη. Τα διαθέσιμα ελεγχόμενα δεδομένα που εξετάστηκαν δεν υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση, ενώ οι ερευνητές δεν εντόπισαν σαφή ένδειξη ότι οι μη θρεπτικές γλυκαντικές ύλες προκαλούν αύξηση της πρόσληψης ενέργειας. Παράλληλα, η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι ο ρόλος τους πρέπει να εξετάζεται ως αντικατάσταση της ζάχαρης και όχι ως αυτόνομη στρατηγική για τον έλεγχο του βάρους. Με άλλα λόγια, η χρήση μιας γλυκαντικής ύλης έχει διαφορετική διατροφική σημασία όταν αντικαθιστά ένα προϊόν με σημαντική ποσότητα πρόσθετης ζάχαρης από ό,τι όταν απλώς προστίθεται σε μια ήδη πλούσια σε θερμίδες διατροφή.
Οι συγγραφείς εξετάζουν επίσης δεδομένα για δείκτες όπως η γλυκόζη και η ινσουλίνη, καθώς και για την όρεξη και τη λειτουργία του εντέρου. Η συνολική εικόνα δεν δείχνει ότι η κατανάλωση μη θρεπτικών γλυκαντικών οδηγεί αναγκαστικά στις μεταβολικές διαταραχές που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί στην κατηγορία συνολικά, αν και οι επιδράσεις μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη γλυκαντική ύλη, τη δόση, το τρόφιμο και το άτομο.
Η νέα ανασκόπηση δεν αποτελεί απόδειξη ότι όλες οι μη θρεπτικές γλυκαντικές ύλες έχουν ουδέτερη επίδραση σε κάθε πιθανό δείκτη υγείας. Η επιστημονική βιβλιογραφία παραμένει σύνθετη και περιλαμβάνει μελέτες με διαφορετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν εξετάζονται μακροχρόνιες επιδράσεις, η εντερική μικροχλωρίδα και καρδιομεταβολικοί δείκτες. Μάλιστα, άλλη πρόσφατη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2026 κατέληξε σε διαφορετικές επισημάνσεις για ορισμένους μεταβολικούς δείκτες, γεγονός που δείχνει ότι το ζήτημα δεν έχει κλείσει επιστημονικά. Η βασική διαφορά που προκύπτει από τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ότι η ερώτηση δεν είναι απλώς αν οι γλυκαντικές ύλες είναι «καλές» ή «κακές», αλλά τι συμβαίνει όταν χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τη ζάχαρη σε συγκεκριμένα τρόφιμα και ποτά. Η νέα ανασκόπηση υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο μιας συνολικά ισορροπημένης διατροφής, μπορούν να αποτελέσουν ένα εργαλείο για τη μείωση της ζάχαρης χωρίς να θεωρούνται μέσο αδυνατίσματος από μόνες τους.