Η δύναμη της «προεπιλογής»
Η πλειονότητα των καταναλωτών δηλώνει ότι αναγνωρίζει τη σημασία της υγιεινής διατροφής και της σωματικής δραστηριότητας για τη διατήρηση καλής υγείας. Παρ’ όλα αυτά, οι διατροφικές τους συνήθειες συχνά αποκλίνουν σημαντικά από τις διατροφικές συστάσεις, με συστηματική υπερκατανάλωση αλατιού, κορεσμένων λιπαρών και ζάχαρης, και ταυτόχρονη έλλειψη πρόσληψης φρούτων, λαχανικών και δημητριακών ολικής αλέσεως. Η αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας και των ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή αποτυπώνει αυτή την αντίφαση.
Η παραδοσιακή οικονομική θεωρία προσπαθεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά των καταναλωτών μέσω παραμέτρων όπως οι τιμές, το εισόδημα και η πρόσβαση στην πληροφόρηση. Όμως, η πραγματική καθημερινή συμπεριφορά φαίνεται να καθορίζεται περισσότερο από συνήθειες, συναισθηματικά κίνητρα και γνωστικούς αυτοματισμούς. Η συμπεριφορική οικονομία, συνδυάζοντας την ψυχολογία με τα οικονομικά, αναδεικνύει πώς παράγοντες όπως η κόπωση, η πίεση χρόνου, η συναισθηματική κατάσταση ή ο τρόπος παρουσίασης ενός τροφίμου μπορεί να επηρεάσουν καταλυτικά τις επιλογές μας.
Οι άνθρωποι συχνά λαμβάνουν αποφάσεις όχι βάσει υπολογισμού ωφελειών, αλλά βάσει απλών και γρήγορων κανόνων. Ενδείξεις όπως το μέγεθος του πιάτου ή του ποτηριού λειτουργούν ως υποσυνείδητες οδηγίες για το πόσο πρέπει να φάμε ή να πιούμε. Η αύξηση των μερίδων και των συσκευασιών τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει αυτή την τάση, οδηγώντας πολλούς σε αυξημένη κατανάλωση χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Επιπλέον, η ποικιλία, το χρώμα και η διάταξη των τροφίμων μπορούν να αυξήσουν την πρόσληψη τροφής ακόμα και όταν δεν υπάρχει διαφοροποίηση σε γεύση ή διατροφική αξία.
Παράλληλα, η ψυχολογία μας καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα χρήματά μας. Η θεωρία της «νοητικής λογιστικής» υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι κατανέμουν τα χρήματά τους σε διαφορετικές κατηγορίες, με συγκεκριμένους κανόνες για το πώς θα τα ξοδέψουν. Έτσι, μια μείωση στην τιμή των τροφίμων μπορεί να μην ερμηνευτεί ως ελάφρυνση του συνολικού προϋπολογισμού, αλλά ως ευκαιρία για μεγαλύτερη κατανάλωση μόνο σε τρόφιμα. Αυτή η λογική εξηγεί γιατί τα κουπόνια τροφίμων, τα οποία περιορίζονται αποκλειστικά στην αγορά τροφίμων, αυξάνουν περισσότερο τις δαπάνες για τρόφιμα απ’ ό,τι μια αντίστοιχη παροχή μετρητών.
Η συμπεριφορική οικονομία επισημαίνει επίσης ότι οι άνθρωποι δυσκολεύονται να παραμείνουν συνεπείς με τους μακροπρόθεσμους στόχους τους όταν οι πειρασμοί βρίσκονται άμεσα μπροστά τους. Η δυνατότητα λήψης αποφάσεων από απόσταση μπορεί να ενισχύσει τον αυτοέλεγχο. Αντίστοιχα, η αυξημένη συχνότητα παροχής επιδομάτων τροφίμων, χωρίς αύξηση στο συνολικό ποσό, μπορεί να βοηθήσει τους δικαιούχους να αποφεύγουν την παρορμητική κατανάλωση και να διαχειρίζονται καλύτερα τον προϋπολογισμό τους.
Τέλος, η χρήση προπληρωμένων καρτών για την αγορά μόνο υγιεινών προϊόντων, ο ορισμός προεπιλεγμένων επιλογών όπως ένα υγιεινό συνοδευτικό σε ένα γεύμα, ή ακόμα και η δυνατότητα στους καταναλωτές να επιβάλουν στον εαυτό τους περιορισμούς σε συγκεκριμένα τρόφιμα, μπορούν να οδηγήσουν σε βελτιωμένες διατροφικές επιλογές χωρίς να καταργείται η ελευθερία επιλογής. Η παρουσίαση των τροφίμων σε σχολικά κυλικεία ή σούπερ μάρκετ μπορεί επίσης να επηρεάσει θετικά την κατανάλωση, απλώς αλλάζοντας το μέγεθος των σκευών ή την ορατότητα των προϊόντων.