Η σουλφοραφάνη, φυσική ένωση του μπρόκολου, εμφανίζει αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση, με ενδείξεις κυρίως για προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία αλλά και για ψωρίαση και ατοπική δερματίτιδα
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients και εκπονήθηκε από ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, εξετάζει τη σουλφοραφάνη, μια φυσική ένωση που προέρχεται κυρίως από το μπρόκολο, και τον πιθανό ρόλο της σε δερματικές παθήσεις και βλάβες του δέρματος.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση αλεσμένου καφέ από μεγάλο σουπερμάρκετ λόγω ωχρατοξίνης Α, ουσίας «πιθανώς καρκινογόνου»
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ποντικοφάρμακο σε τρόφιμα γνωστής εταιρείας – Συνελήφθη 39χρονος
Οι παθήσεις του δέρματος όπως ψωρίαση, ατοπική δερματίτιδα, ακμή και ροδόχρους νόσος είναι εξαιρετικά συχνές και επηρεάζουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Συνδέονται με φλεγμονή, διαταραχές του ανοσοποιητικού, οξειδωτικό στρες και δυσλειτουργία του δερματικού φραγμού. Παρά τις διαθέσιμες θεραπείες, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών δεν καλύπτεται επαρκώς ή διακόπτει τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η σουλφοραφάνη φυτοχημική ουσία με αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, έχει προσελκύσει ερευνητικό ενδιαφέρον. Δρα κυρίως ενεργοποιώντας έναν κυτταρικό μηχανισμό άμυνας (το σύστημα Nrf2), ο οποίος ενισχύει την ικανότητα των κυττάρων να αντιμετωπίζουν το οξειδωτικό στρες και να περιορίζουν τη φλεγμονή. Παράλληλα φαίνεται να επηρεάζει και άλλες οδούς που σχετίζονται με τη φλεγμονώδη αντίδραση.
Τα εργαστηριακά και προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι η ουσία μπορεί να μειώνει ερυθρότητα, οίδημα και κυτταρική βλάβη στο δέρμα. Επίσης φαίνεται να συμβάλλει στη διατήρηση της δομής του δερματικού φραγμού και να επηρεάζει το μικροβίωμα του δέρματος και του εντέρου, που συνδέεται με την εμφάνιση ορισμένων δερματολογικών παθήσεων.
Ωστόσο, τα δεδομένα σε ανθρώπους είναι περιορισμένα. Οι πιο ισχυρές ενδείξεις αφορούν την προστασία του δέρματος από την υπεριώδη ακτινοβολία, όπου παρατηρήθηκε μείωση της φλεγμονής μετά από έκθεση στον ήλιο. Για χρόνιες παθήσεις όπως η ψωρίαση και η ατοπική δερματίτιδα, οι αποδείξεις προέρχονται κυρίως από πειραματικά μοντέλα και όχι από κλινικές δοκιμές.
Η μελέτη επισημαίνει και πρακτικά εμπόδια. Δεν υπάρχει τυποποιημένη δοσολογία, ενώ η απορρόφηση και η αποτελεσματικότητα διαφέρουν ανάλογα με τον τρόπο χορήγησης, είτε τοπικά είτε από το στόμα. Επιπλέον, τα αποτελέσματα από πειράματα σε κύτταρα ή ζώα δεν μεταφέρονται αυτόματα στον άνθρωπο. Συνολικά, οι ερευνητές καταλήγουν ότι η σουλφοραφάνη αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αλλά ακόμη πρώιμη επιλογή για τη δερματολογία. Υπάρχει βιολογική βάση και ενδείξεις δράσης, αλλά λείπουν επαρκείς κλινικές μελέτες που να αποδεικνύουν σαφές θεραπευτικό όφελος σε ασθενείς.