Το βούτυρο και η μαργαρίνη δεν διαφέρουν μόνο στη γεύση. Δείτε τι δείχνει η ετικέτα, ποιες είναι οι βασικές διαφορές στη σύσταση και ποιο προϊόν ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες σας.
Τα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι γεμάτα με βούτυρα, μαργαρίνες, φυτικά επαλείμματα και προϊόντα που μοιάζουν σχεδόν ίδια εξωτερικά. Πολλοί καταναλωτές τα επιλέγουν θεωρώντας ότι ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή ότι η διαφορά τους περιορίζεται μόνο στη γεύση. Στην πραγματικότητα, το πιο συνηθισμένο λάθος είναι ότι η επιλογή γίνεται χωρίς να διαβαστεί η ετικέτα και χωρίς να είναι γνωστό τι ακριβώς περιέχει κάθε προϊόν.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση γιαουρτιών λόγω… χαλασμένων ψυγείων – Έμειναν για δύο ημέρες εκτός ψύξης
Το βούτυρο και η μαργαρίνη διαφέρουν στην προέλευση, στη σύσταση και στη συμπεριφορά τους στο μαγείρεμα και στη ζαχαροπλαστική. Διαφέρουν επίσης στο είδος των λιπαρών που περιέχουν, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη διατροφική τους αξία όσο και το τελικό αποτέλεσμα στις συνταγές. Το βούτυρο παράγεται από την κρέμα γάλακτος. Κατά τη διαδικασία της παρασκευής του, η κρέμα χτυπιέται μέχρι να διαχωριστεί το λίπος από το βουτυρόγαλα, δημιουργώντας ένα προϊόν με περιεκτικότητα σε λιπαρά που συνήθως κυμαίνεται γύρω στο 80%-82%. Περιέχει επίσης μικρές ποσότητες νερού, πρωτεϊνών γάλακτος, λακτόζης, βιταμινών και μετάλλων.
Η μαργαρίνη από την άλλη, παρασκευάζεται κυρίως από φυτικά έλαια, στα οποία προστίθενται νερό, γαλακτωματοποιητές, αλάτι και άλλα συστατικά, ώστε να αποκτήσουν υφή και γεύση παρόμοια με εκείνη του βουτύρου. Οι περισσότερες μαργαρίνες περιέχουν επίσης περίπου 80% λιπαρά, ενώ υπάρχουν και επαλείμματα με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε λίπος και μεγαλύτερο ποσοστό νερού. Η σημαντικότερη διαφορά βρίσκεται στο είδος των λιπαρών. Το βούτυρο περιέχει κυρίως κορεσμένα λιπαρά και χοληστερόλη, καθώς προέρχεται από ζωική πρώτη ύλη. Η μαργαρίνη περιέχει κυρίως ακόρεστα λιπαρά, επειδή βασίζεται σε φυτικά έλαια. Η ακριβής σύνθεση, όμως, διαφέρει από προϊόν σε προϊόν, ανάλογα με τα έλαια που χρησιμοποιούνται, όπως ελαιόλαδο, κραμβέλαιο (κανόλα), ηλιέλαιο, σογιέλαιο ή φοινικέλαιο.
Για πολλά χρόνια οι μαργαρίνες είχαν συνδεθεί με τα βιομηχανικά trans λιπαρά, τα οποία δημιουργούνταν κατά τη μερική υδρογόνωση των φυτικών ελαίων και είχαν συσχετιστεί με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Σήμερα όμως, οι περισσότερες σύγχρονες μαργαρίνες παράγονται με διαφορετικές τεχνολογίες και τα βιομηχανικά trans λιπαρά έχουν ουσιαστικά εξαλειφθεί από τα περισσότερα προϊόντα της αγοράς.
Οι διαφορές στη σύσταση επηρεάζουν σημαντικά και τη συμπεριφορά τους στο μαγείρεμα και στη ζαχαροπλαστική. Το βούτυρο περιέχει πρωτεΐνες γάλακτος και λακτόζη, οι οποίες κατά τη θέρμανση δημιουργούν το χαρακτηριστικό χρυσαφένιο χρώμα και τα αρώματα καραμέλας και ξηρών καρπών. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως σε κέικ, μπισκότα, τάρτες και σφολιάτες, όπου συμβάλλει στη γεύση και στην υφή. Η μαργαρίνη λιώνει με πιο σταθερό τρόπο και παρουσιάζει μεγαλύτερη ομοιομορφία μεταξύ διαφορετικών παρτίδων παραγωγής. Σε αρκετές συνταγές μπορεί να αντικαταστήσει το βούτυρο, όμως συνήθως δεν προσφέρει το ίδιο άρωμα ούτε τον ίδιο βαθμό ροδίσματος. Τα επαλείμματα με χαμηλά λιπαρά δεν θεωρούνται κατάλληλα για τις περισσότερες συνταγές ζαχαροπλαστικής, επειδή περιέχουν περισσότερο νερό, το οποίο μεταβάλλει την υφή του τελικού προϊόντος.
Η ετικέτα είναι το πρώτο στοιχείο που δείχνει τι αγοράζει ο καταναλωτής. Στο βούτυρο τα βασικά συστατικά είναι η κρέμα γάλακτος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το αλάτι ή οι καλλιέργειες γαλακτικού οξέος. Στις μαργαρίνες αναγράφονται τα φυτικά έλαια που χρησιμοποιούνται και η περιεκτικότητα σε λιπαρά. Προϊόντα που χαρακτηρίζονται ως «φυτικό επάλειμμα» περιέχουν συνήθως λιγότερο από 80% λιπαρά και μεγαλύτερη ποσότητα νερού σε σχέση με την κλασική μαργαρίνη.
Συμπέρασμα
Το βούτυρο προσφέρει πλούσια γεύση, έντονο άρωμα και καλύτερο αποτέλεσμα σε πολλές συνταγές ζαχαροπλαστικής. Περιέχει φυσικά βιταμίνες όπως οι A, D, E και K, αλλά και υψηλότερη ποσότητα κορεσμένων λιπαρών και χοληστερόλης. Η μαργαρίνη περιέχει συνήθως περισσότερα ακόρεστα λιπαρά και λιγότερα κορεσμένα, ενώ οι σύγχρονες συνθέσεις δεν περιέχουν πλέον τα βιομηχανικά trans λιπαρά που υπήρχαν σε παλαιότερα προϊόντα. Η σύστασή της, όμως, διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τα φυτικά έλαια και τα υπόλοιπα συστατικά που χρησιμοποιούνται. Η επιλογή δεν εξαρτάται μόνο από το όνομα του προϊόντος αλλά και από τη σύνθεσή του. Η ανάγνωση της ετικέτας πριν από την αγορά βοηθά τον καταναλωτή να γνωρίζει τι περιέχει το προϊόν που βάζει στο καλάθι του και να επιλέγει ανάλογα με τις ανάγκες και τη χρήση που προορίζεται.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Πώς 99 ενήλικες διατήρησαν την απώλεια βάρους σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη
- Listeria στα RTE τρόφιμα: Ο φάκελος που θα ζητά ο ΕΦΕΤ στους ελέγχους μετά την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/2895
- Βίντεο: Οι γιαγιάδες από την Κρήτη επιστρέφουν και βάζουν στο στόχαστρο το σούσι με νέο viral τραγούδι – Χαμός στα social media